Το Θαύμα Πουλάει: Πώς Η Βεβαιότητα Έγινε Εμπόρευμα
Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη ανοίγει μια μεγαλύτερη συζήτηση: πώς η ανάγκη για εύκολες απαντήσεις, η δύναμη των επωνύμων, η τηλεοπτική προβολή και τα κενά εποπτείας μπορούν να μετατρέψουν την υπόσχεση σε αυθεντία και την αμφιβολία σε μειονέκτημα
“Όταν οι αδίστακτοι είναι πιο σεβαστοί από τους έντιμους”.
Η φράση που αποδίδεται στον Σωκράτη μοιάζει σήμερα λιγότερο με φιλοσοφικό απόφθεγμα και περισσότερο με δυσάρεστο “καθρέφτη” της εποχής μας. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα μιας κοινωνίας δεν αρχίζει μόνο όταν παραβιάζονται οι κανόνες. Αρχίζει όταν εκείνοι που τους παρακάμπτουν μπορούν να αποκτούν κύρος, επιρροή και δημόσια αποδοχή χωρίς καν να χρειάζεται να κρυφτούν.
Στις 9 Σεπτεμβρίου ο λαοφιλής και αγαπητός τραγουδιστής Γιώργος Μαζωνάκης άφησε την τελευταία του πνοή σε ένα κατ’ ευφημισμό ιατρείο στην οδό Καρνεάδου στο Κολωνάκι. Είχε προσέλθει για μια διαδικασία που, σύμφωνα με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, δεν επιτρεπόταν να πραγματοποιηθεί στον συγκεκριμένο χώρο. Πολύ περισσότερο από ανθρώπους που δεν διέθεταν το γνωστικό υπόβαθρο και την ειδίκευση για την άσκηση εξειδικευμένων ιατρικών πράξεων.
Η πλασμαφαίρεση – που τόσο απότομα και σοκαριστικά εισέβαλε στην καθημερινότητα των κοινών θνητών – είναι μια εξαιρετικά σοβαρή θεραπεία που πραγματοποιείται ύστερα από συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη και παραπομπή από γιατρό. Κι όμως, όπως αποκαλύπτεται από την τραγωδία με τον Γιώργο Μαζωνάκη, είχε μετατραπεί σε μια καθημερινή πρακτική για έχοντες και κατέχοντες που επιζητούσαν να επιβληθούν στον χρόνο και την ζωή. Ίσως ήταν και ένας τρόπος να αξιοποιούν την οικονομική τους ευμάρεια.
Δύο γιατροί προφυλακίστηκαν και αντιμετωπίζουν κατηγορία για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο. Οι πληροφορίες που έρχονται καθημερινά στην “επιφάνεια” σοκαριστικές αλλά όχι μη αναμενόμενες. Ωστόσο, η Δικαιοσύνη είναι εκείνη που θα κρίνει τι ακριβώς συνέβη και ποιοι φέρουν ευθύνη. Το τεκμήριο της αθωότητας δεν είναι διαπραγματεύσιμο και ισχύει μέχρι την τελεσίδικη κρίση της.
Παράλληλα, όμως, αναδεικνύεται ένα άλλο ζήτημα που δεν αφορά μόνο τους δικαστές, τους γιατρούς ή τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Αφορά όλους μας, όλη την κοινωνία. Και μας καλεί να θέσουμε εαυτούς ενώπιον των ευθυνών μας με την ελπίδα ότι ίσως τελικά κάτι να αλλάξει, αν και κατόπιν εορτής και όχι προληπτικά.
Ο αδόκητος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη δεν είναι απλώς ακόμη μία τραγωδία που θα περάσει από την οθόνη μας, θα προκαλέσει αντιδράσεις και σε λίγες ημέρες θα χαθεί κάτω από το βάρος της επόμενης είδησης. Είναι μια αφορμή να κοιτάξουμε κάτι πολύ βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζουμε ποιον θα εμπιστευτούμε, σε ποιον θα αφήσουμε τον έλεγχο της ίδιας της ζωής μας.
Γιατί σήμερα η αυθεντία δεν κατακτάται πάντα με τη γνώση. Μπορεί να κατακτηθεί με την εικόνα. Με την αυτοπεποίθηση. Με την προβολή. Με μια παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα που δημιουργεί την εντύπωση του “ειδικού”. Με ένα συνέδριο, μια δημόσια ομιλία, ένα βίντεο, έναν μεγάλο αριθμό ακολούθων αλλά και μια τηλεοπτική παρουσία. Και κάπου ανάμεσα στην επιστημονική τεκμηρίωση και στην επικοινωνιακή επιτυχία, η κοινωνία κινδυνεύει να χάσει το μέτρο.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η γιατρός που φέρεται να πραγματοποίησε την πλασμαφαίρεση δεν ήταν μια άγνωστη ή αόρατη παρουσία. Είχε παρουσιάσει τη μέθοδο σε ιατρικό συνέδριο, είχε μιλήσει σε σχολεία για επαγγελματικό προσανατολισμό και διατηρούσε ενεργή παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου προωθούσε τις θεραπείες της ως “αναζωογόνηση” του οργανισμού.
Και εδώ ακριβώς αναδύεται το πιο άβολο ερώτημα της υπόθεσης: πώς γίνεται κάτι να είναι τόσο ορατό και ταυτόχρονα να περνά τόσο εύκολα κάτω από το ραντάρ της κοινωνικής μας κρίσης;
Ίσως επειδή έχουμε αρχίσει να συγχέουμε την αναγνωρισιμότητα με την αξιοπιστία. Την προβολή με την αυθεντία. Την αυτοπεποίθηση με τη γνώση. Και την αποδοχή από το κοινό με την επιστημονική εγκυρότητα.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν περιορίζεται μόνο στο αν κάποιος παραβίασε έναν κανόνα. Είναι – πολύ περισσότερο – και το γιατί εμείς, ως κοινωνία, έχουμε γίνει τόσο πρόθυμοι να απονείμουμε σεβασμό πριν ζητήσουμε αποδείξεις.
Φυσικά, εδώ το ερώτημα δεν είναι μόνο “ποιος φταίει;”. Αυτό θα το κρίνει με στοιχεία η Δικαιοσύνη. Εκείνο που καλούμαστε να απαντήσουμε εμείς είναι πολύ πιο άβολο: τι είδους κοινωνία έχουμε γίνει όταν ο θόρυβος μπορεί να ακούγεται περισσότερο από την τεκμηρίωση και η εικόνα να αποκτά μεγαλύτερη αξία από την ουσία;
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πραγματική επικαιρότητα αυτής της τραγωδίας.
Η βεβαιότητα ως εμπόρευμα
Η πιο εύκολη ανάγνωση της υπόθεσης του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη είναι η ηθικολογική: Γιατί παρασύρθηκε; Γιατί δεν απευθύνθηκε σε έναν “κανονικό” γιατρό; Γιατί εμπιστεύτηκε μια διαφορετική προσέγγιση;
Είναι μια βολική ανάγνωση που καθησυχάζει την ψυχή μας. Μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε το πρόβλημα απέναντί μας, στην αφέλεια ή την κακή κρίση κάποιου άλλου. Μας απαλλάσσει από την ανάγκη να κοιτάξουμε τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να αναζητά αλλού τις απαντήσεις που δεν βρίσκει εκεί όπου θα περίμενε να τις βρει.
Όποιος έχει περάσει από ένα νοσοκομείο, έχει περιμένει μήνες για ένα ραντεβού ή έχει βρεθεί απέναντι σε έναν γιατρό που, μέσα στην πίεση του συστήματος, δεν διαθέτει τον χρόνο για να εξηγήσει, γνωρίζει αυτή την πραγματικότητα. Η συμβατική ιατρική συχνά μιλά τη γλώσσα της αβεβαιότητας: “δεν ξέρουμε ακόμη”, “χρειάζονται περισσότερα στοιχεία”, “θα περιμένουμε να δούμε”.
Και αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια, όσο επιστημονικά απαραίτητη κι αν είναι, μπορεί να ακούγεται ανεπαρκής σε έναν άνθρωπο που φοβάται και ζητά μια απάντηση τώρα. Η αλήθεια, όμως, είναι πάντα ο σωστός σύμβουλος και οδηγός σε οτιδήποτε και εάν κάνουμε, πολύ περισσότερο σε θέματα υγείας τα οποία δεν επιδέχονται κανένα ρίσκο και ερασιτεχνισμό.
Απέναντι σε αυτή την αβεβαιότητα, κάποιος άλλος, αριστοτεχνικά, μπορεί να προσφέρει κάτι πολύ πιο ελκυστικό: μια απλή εξήγηση, μια ξεκάθαρη απάντηση, μια υπόσχεση. Να σου πει τι έχεις, γιατί το έχεις και – κυρίως – ότι υπάρχει τρόπος να γίνεις καλά.
Κάπως έτσι η βεβαιότητα μετατρέπεται σε προϊόν. Δεν πωλείται μόνο μια θεραπεία· πωλείται η υπόσχεση ότι κάποιος έχει όλες τις απαντήσεις. Και σε μια εποχή γεμάτη φόβο, ανασφάλεια και δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, η βεβαιότητα μπορεί να γίνει ένα από τα πιο ελκυστικά εμπορεύματα.
Ο ασθενής, λοιπόν, δεν είναι κατ’ ανάγκη αφελής. Μπορεί να είναι κουρασμένος, φοβισμένος ή απελπισμένος. Και όταν απέναντί του βρίσκεται κάποιος που μιλά με απόλυτη σιγουριά, η σιγουριά αυτή μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως γνώση.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το ιατρείο διέθετε άδεια παθολογικού ιατρείου, με συστεγαζόμενη γιατρό άνευ ειδικότητας, και δραστηριοποιούνταν, όπως δηλώθηκε, στην “προληπτική ολιστική ιατρική”. Δύο όροι που, ανεξάρτητα από το πώς χρησιμοποιούνται επικοινωνιακά, δεν αρκούν από μόνοι τους για να περιγράψουν μια συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη κλινική πράξη.
Κι εδώ βρίσκεται μια από τις πιο δύσκολες γκρίζες ζώνες της σύγχρονης υγείας: εκεί όπου η ιατρική γλώσσα συναντά τη γλώσσα του wellness, η επιστημονική τεκμηρίωση τη διαφήμιση και η θεραπευτική πράξη την υπόσχεση μιας καλύτερης εκδοχής του εαυτού μας.
Εκεί ακριβώς χρειάζεται μεγαλύτερη σαφήνεια. Γιατί όταν τα όρια θολώνουν, ο ασθενής δεν είναι πάντα σε θέση να γνωρίζει πού τελειώνει η ιατρική και πού αρχίζει η εμπορική υπόσχεση.
Το κύρος που δανείζεται
Εδώ αναδεικνύεται και ένας παράγοντας για τον οποίο μιλάμε πολύ λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε: ο ρόλος των επωνύμων στη διαμόρφωση της εμπιστοσύνης. Και δυστυχώς το συναντάμε όλο και περισσότερο.
Όταν ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο εμφανίζεται δημόσια ανανεωμένο, νεότερο ή – όπως το ίδιο υποστηρίζει – απαλλαγμένο από ένα πρόβλημα υγείας και αποδίδει αυτή την αλλαγή σε μια “μέθοδο”, σε έναν “γιατρό που με έσωσε” ή σε μια “θεραπεία που άλλαξε τη ζωή μου”, η προσωπική εμπειρία αποκτά αυτομάτως πολύ μεγαλύτερη επιρροή από αυτή που θα είχε μια ανώνυμη μαρτυρία. Άραγε οι αναγνωρίσιμοι αντιλαμβάνονται το μέγεθος και τις επιπτώσεις των πράξεων τους? Ή λειτουργούν επιφανειακά και ελαφρά την καρδία?
Δεν χρειάζεται καν να υπάρχει μια ευθεία διαφημιστική προτροπή. Η εικόνα αρκεί. Η προσωπική σύσταση αρκεί. Το κοινό δεν μπαίνει στη διαδικασία να αξιολογήσει κλινικές μελέτες, πρωτόκολλα ή επιστημονικά δεδομένα. Αξιολογεί κάτι πολύ πιο άμεσο: αν εμπιστεύεται το πρόσωπο που μιλά.
Και κάπως έτσι το κύρος μετακινείται. Από το πρόσωπο περνά στη μέθοδο, από τη μέθοδο στον επαγγελματία και από εκεί, τελικά, στην υπόσχεση που συνοδεύει την υπηρεσία. Μια διαδρομή που έχει οδηγήσει σε αρκετές περιπτώσεις σε ολέθρια αποτελέσματα, τα οποία ωστόσο δεν φαίνεται εντέλει να λειτουργούν ως παραδειγματισμό.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας επώνυμος άνθρωπος οφείλει να είναι γιατρός για να μιλήσει για τη δική του εμπειρία. Ούτε ότι κάθε προσωπική μαρτυρία αποτελεί αυτομάτως παραπλάνηση. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην ασυμμετρία ανάμεσα στην επιρροή και στη γνώση.
Ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέτει εκατοντάδες χιλιάδες ακολούθους, τεράστια αναγνωρισιμότητα και τη δύναμη να διαμορφώνει αντιλήψεις, χωρίς να διαθέτει την επιστημονική κατάρτιση για να αξιολογήσει την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα μιας ιατρικής πρακτικής.
Αυτό δεν τον καθιστά κακόβουλο. Τον καθιστά, όμως, έναν εξαιρετικά ισχυρό φορέα εμπιστοσύνης. Και όταν αυτή η εμπιστοσύνη δανείζεται σε μια πρακτική που το κοινό δεν έχει τα εργαλεία να αξιολογήσει μόνο του, το κόστος της ασυμμετρίας μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από μια λανθασμένη επιλογή αισθητικής ή ευεξίας.
Γιατί στην υγεία η δημοφιλία δεν είναι πιστοποίηση. Η προσωπική εμπειρία δεν είναι κλινική απόδειξη. Και το “το έκανα και μου έκανε καλό” δεν μπορεί να υποκαταστήσει το ερώτημα που προηγείται κάθε ασφαλούς ιατρικής πράξης: τι γνωρίζουμε πραγματικά ότι λειτουργεί και με ποιους όρους;

Το πλατό και η ευθύνη του
Και μετά έρχονται τα μέσα ενημέρωσης. Εδώ η αυτοκριτική είναι ίσως η πιο δύσκολη, ακριβώς επειδή αφορά τον ίδιο τον χώρο μέσα από τον οποίο γράφονται και δημοσιεύονται κείμενα σαν κι αυτό.
Για χρόνια, τηλεοπτικές εκπομπές – ιδίως το πρωινό και lifestyle περιεχόμενο – φιλοξενούν ανθρώπους που παρουσιάζονται ως “ειδικοί”, χωρίς πάντοτε να γίνεται σαφές ποια ακριβώς είναι η επιστημονική τους ιδιότητα, ποια τα προσόντα τους και ποια τα όρια όσων υποστηρίζουν. Εύπεπτοι τίτλοι όπως “ολιστικός θεραπευτής”, “ειδικός αντιγήρανσης” ή “σύμβουλος ευεξίας” ακούγονται εύκολα στον τηλεοπτικό αέρα, συχνά χωρίς τον απαραίτητο αντίλογο και χωρίς τη στοιχειώδη διάκριση ανάμεσα σε μια τεκμηριωμένη ιατρική πράξη και μια εμπορική υπόσχεση ευεξίας.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Η τηλεόραση, με απώτερο στόχο τα νούμερα τηλεθέασης και τα οικονομικά κέρδη, αναζητά πρόσωπα που έχουν ιστορία να πουν, εικόνα να δείξουν και – κυρίως – βεβαιότητες να προσφέρουν. Η επιστημονική επιφύλαξη είναι δύσκολο, αν όχι μη θεμιτό, να χωρέσει σε ένα τηλεοπτικό απόσπασμα. Το “δεν γνωρίζουμε ακόμη” δεν έχει την ίδια τηλεοπτική δύναμη με το “αυτό είναι το μυστικό”.
Η επιστήμη ζητά χρόνο, εξηγήσεις και αποδείξεις. Το θαύμα χρειάζεται μόνο λίγα λεπτά στον αέρα. Και ο εύπιστος, αγαθός πολίτης λίγα δευτερόλεπτα για να πειστεί ότι αυτό που ακούει και βλέπει είναι έγκριτο και απόλυτα ασφαλές.
Το πρόβλημα, όμως, προφανώς δεν σταματά εκεί. Όταν μια πρακτική έχει ήδη αποκτήσει δημόσια νομιμοποίηση μέσα από την επαναλαμβανόμενη προβολή της, η ευθύνη των μέσων δεν εξαφανίζεται επειδή αργότερα η ίδια πρακτική βρίσκεται στο επίκεντρο μιας υπόθεσης.
Γιατί τότε έρχεται στο προσκήνιο μια γνώριμη αντίφαση: τα ίδια μέσα που προηγουμένως φιλοξενούσαν, προέβαλλαν ή παρουσίαζαν ως ενδιαφέρουσες συγκεκριμένες μεθόδους και πρόσωπα, μετά το δυσάρεστο γεγονός μετατρέπονται σε φορείς αγανάκτησης. Αναζητούν ευθύνες, στρέφουν το βλέμμα στους θεσμούς και θέτουν, δικαίως, ερωτήματα για το πώς κανείς δεν είχε παρέμβει νωρίτερα.
Τα ερωτήματα αυτά είναι απολύτως θεμιτά και εύλογα. Αλλά υπάρχει και ένα ακόμη: μήπως μέρος της δημόσιας εικόνας που τώρα αμφισβητούν τα μέσα ενημέρωσης είχε προηγουμένως οικοδομηθεί και από τα ίδια;
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τηλεοπτική εμφάνιση αποτελεί διαφήμιση ή ότι τα μέσα ευθύνονται για κάθε επιλογή ενός πολίτη. Σημαίνει, όμως, ότι η δημοσιογραφία δεν είναι ουδέτερη ως προς την κατασκευή της δημόσιας αξιοπιστίας. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος παρουσιάζεται ως “ειδικός”, κάθε φορά που μια μέθοδος εμφανίζεται ως πολλά υποσχόμενη και κάθε φορά που μια επιστημονικά αμφισβητούμενη θέση περνά στον αέρα χωρίς αντίλογο, το μέσο συμμετέχει – ενδεχομένως και άθελά του – στη διαμόρφωση της αντίληψης του κοινού.
Και όταν αυτή η αντίληψη αποδεικνύεται προβληματική, η αυτοκριτική δεν μπορεί να περιορίζεται στο “ποιος δεν έκανε σωστά τη δουλειά του;”. Πρέπει να περιλαμβάνει και το “ποιον βοηθήσαμε εμείς να αποκτήσει κύρος;”. Τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν με γενναιότητα να αναλάβουν τις ευθύνες τους, από τα στελέχη έως τους ανθρώπους που βρίσκονται μπροστά από τις κάμερες. Και όχι υποκριτικά να “χύνουν κροκοδείλια δάκρυα” κατόπιν εορτής.
Η επιστήμη μπορεί να είναι λιγότερο θεαματική. Η αμφιβολία μπορεί να μην κάνει τηλεθέαση. Το θαύμα, όμως, κάνει. Και κάπου ανάμεσα στην “ανάγκη” για ένα καλό τηλεοπτικό θέμα που θα φέρει στο μέσο ενημέρωσης στα προσδοκώμενα αποτελέσματα και στην ανάγκη του κοινού για μια εύκολη απάντηση, μπορεί να γεννηθεί μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση: ότι επειδή κάτι ακούστηκε πολλές φορές, έγινε και αξιόπιστο.
Τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν και πρέπει να επαναπροσδιορίσουν την θέση τους στην κοινωνία. Δεν λειτουργούν μόνο για τα κέρδη – ως επιχειρήσεις είναι φυσικό να δρουν προς αυτή την κατεύθυνση – αλλά πρωτίστως προς όφελος των πολιτών. Άλλωστε ο θεσμικός και συνταγματικός τους ρόλος το επιτάσσει αυτό. Και οπωσδήποτε ο έλεγχος από τα αρμόδια όργανα να αυστηροποιηθεί και να ενταθεί ακόμα περισσότερο.
Όταν η εποπτεία λειτουργεί με ημερολόγιο
Το τέταρτο κομμάτι αυτής της αλυσίδας είναι οι θεσμοί. Και εδώ η εικόνα παραμένει σύνθετη, καθώς υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές για κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θα πρέπει να αποσαφηνιστούν από τις αρμόδιες αρχές και, όπου απαιτείται, από τη Δικαιοσύνη.
Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών διαψεύδει κατηγορηματικά ότι χορήγησε άδεια για τη χρήση μηχανημάτων πλασμαφαίρεσης και έχει δηλώσει ότι θα συνδράμει το έργο της Δικαιοσύνης. Από την άλλη πλευρά, οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι ο συγκεκριμένος εξοπλισμός είχε δηλωθεί. Ποια από τις δύο εκδοχές ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιστατικά είναι ζήτημα που θα κριθεί αρμοδίως.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα ερώτημα που παραμένει ανεξάρτητα από την τελική δικαστική έκβαση: αν είχε υπάρξει ένδειξη ότι ο εξοπλισμός ενός ιατρείου δεν αντιστοιχούσε στην άδεια λειτουργίας του, πόσο γρήγορα ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός ελέγχου;
Γιατί η αποτελεσματικότητα της εποπτείας δεν αποδεικνύεται από τις ανακοινώσεις που εκδίδονται μετά το συμβάν. Αποδεικνύεται από την ταχύτητα με την οποία ενεργοποιείται πριν το συμβάν.
Μια καταγγελία που περιμένει μήνες για να ελεγχθεί δεν είναι απλώς μια διοικητική εκκρεμότητα. Είναι ένας χρόνος κατά τον οποίο μια πιθανώς προβληματική πρακτική μπορεί να συνεχίζεται, να αποκτά πελατεία, να αποκτά κύρος και τελικά να παρουσιάζεται ως κάτι απολύτως φυσιολογικό.
Η εποπτεία που φτάνει μετά το γεγονός μπορεί να καταγράψει τι συνέβη. Η εποπτεία που λειτουργεί έγκαιρα μπορεί να αποτρέψει το επόμενο.
Τρία πράγματα που μπορούν να αλλάξουν
Η αγανάκτηση μετά από μια τραγωδία είναι εύκολη. Το δύσκολο κομμάτι είναι η αλλαγή που απαιτεί συγκεκριμένους κανόνες και κυρίως μηχανισμούς που λειτουργούν πριν χρειαστεί να αναζητηθούν ευθύνες.
Τουλάχιστον τρία βήματα θα μπορούσαν να συζητηθούν χωρίς να απαιτείται μια νέα νομοθετική επανάσταση. Η οποία, ωστόσο, θα πρέπει να επέλθει ώστε τέτοια φαινόμενα να προλαμβάνονται το δυνατόν περισσότερο.
Πρώτον, μεγαλύτερη διαφάνεια στις εμπορικές σχέσεις. Όταν ένα δημόσιο πρόσωπο προβάλλει μια “μέθοδο”, μια κλινική ή έναν επαγγελματία υγείας, το κοινό πρέπει να γνωρίζει αν υπάρχει οικονομικό ή άλλο αντάλλαγμα. Η διάκριση ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία και στην εμπορική προώθηση δεν μπορεί να αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του θεατή.
Δεύτερον, ένας στοιχειώδης κανόνας επαλήθευσης για τα μέσα ενημέρωσης. Κανείς δεν θα έπρεπε να παρουσιάζεται ως “ειδικός” σε ζητήματα υγείας χωρίς να είναι σαφές ποια είναι η ειδικότητά του, ποια τα επαγγελματικά του προσόντα και – όπου παρουσιάζεται συγκεκριμένη θεραπευτική πρακτική – ποιο είναι το καθεστώς της συγκεκριμένης πρακτικής. Είναι το ελάχιστο επίπεδο ελέγχου που θεωρούμε αυτονόητο σε ένα ρεπορτάζ ή παρουσίαση σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή.
Τρίτον, ταχύτερη ενεργοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών. Κάθε ένδειξη ότι χρησιμοποιείται εξοπλισμός ή εφαρμόζεται πρακτική που ενδέχεται να μην καλύπτεται από την άδεια λειτουργίας ενός ιατρείου θα πρέπει να οδηγεί σε άμεση διερεύνηση από την αρμόδια αρχή. Όχι όταν περισσεύει χρόνος. Όχι όταν έχει ήδη συμβεί το κακό. Με σαφές χρονικό πλαίσιο και διαφάνεια ως προς το αποτέλεσμα του ελέγχου.
Γιατί στο τέλος το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργήσουμε περισσότερους κανόνες για να τους επικαλούμαστε εκ των υστέρων. Είναι να δημιουργήσουμε ένα σύστημα που να μπορεί να τους εφαρμόζει εγκαίρως και να λειτουργεί αποτρεπτικά για επιτήδειους που θέλουν να εκμεταλλευτούν την ευαλωτότητα των συνανθρώπων τους.
Το κόστος μιας κουλτούρας
Το τραγικό γεγονός του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη θα ήταν εύκολο να κλείσει τον κύκλο του με δύο προφυλακισμένους γιατρούς και ένα ιατρείο που σφραγίστηκε. Θα ήταν, όμως, και μια βολική ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα έχει ήδη απομονωθεί και αντιμετωπιστεί.
Γιατί το ιατρείο της Καρνεάδου δεν λειτουργούσε σε κοινωνικό κενό. Λειτουργούσε μέσα σε ένα ευρύτερο περιβάλλον όπου η επιστημονική τεκμηρίωση συχνά ανταγωνίζεται την πειστική αφήγηση· όπου μια λέξη όπως “ολιστικό” μπορεί να προσδώσει κύρος χωρίς να εξηγεί από μόνη της τι ακριβώς σημαίνει κλινικά· όπου η προσωπική μαρτυρία μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη από μια επιστημονική μελέτη και όπου η τηλεοπτική παρουσία μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση της αυθεντίας.
Αυτό το περιβάλλον δεν δημιουργήθηκε από δύο ανθρώπους. Το διαμορφώνουμε καθημερινά και συνειδητά.
Κάθε φορά που ένα μέσο δίνει χώρο σε έναν “ειδικό” χωρίς να ελέγξει επαρκώς την ιδιότητά του. Κάθε φορά που ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο συστήνει μια πρακτική την οποία δεν διαθέτει την επιστημονική κατάρτιση για να αξιολογήσει. Κάθε φορά που ένας θεσμός αφήνει έναν έλεγχο να περιμένει μέχρι να γίνει επείγον. Και κάθε φορά που εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε εκείνον που μας προσφέρει μια εύκολη και απόλυτη απάντηση αντί για εκείνον που έχει το θάρρος να πει “δεν γνωρίζω ακόμη”.
Η Δικαιοσύνη θα κρίνει τις ευθύνες των εμπλεκομένων και θα αποδώσει την πρέπουσα τιμωρία όπου απαιτείται. Αυτό είναι το δικό της πεδίο και πρέπει να παραμείνει απολύτως διακριτό από τη δημόσια συζήτηση.
Η δική μας ευθύνη ως κοινωνία και ως πολίτες είναι διαφορετική. Είναι να αναρωτηθούμε γιατί ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να αποκτά πελατεία, κοινωνική αποδοχή και δημόσια προβολή πριν χρειαστεί να λογοδοτήσει. Γιατί η βεβαιότητα εξακολουθεί να πουλά περισσότερο από την αμφιβολία. Γιατί η εικόνα μπορεί να προηγείται της απόδειξης. Και γιατί συχνά θυμόμαστε την αξία της επιστήμης μόνο όταν κάτι έχει ήδη πάει στραβά.
Σε όλο αυτό δεν περισσεύει κανείς. Η αλλαγή της κουλτούρας που επιτρέπει σε μη επαρκώς τεκμηριωμένες πρακτικές να αποκτούν κύρος είναι υπόθεση όλων μας, πολιτών και ειδικών επιστημόνων. Ιδιαίτερα των ανθρώπων με θεσμικό ρόλο που οφείλουν να δίδουν το καλό παράδειγμα. Είναι ανεπίτρεπτο να ακούμε δημόσια γιατρούς να παραδέχονται ότι έχουν αποδεχθεί να υποβληθούν σε αμφιβόλου αξιοπιστίας ιατρικές πράξεις και μάλιστα σε χώρους με εντελώς διαφορετική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Και ίσως αυτή να είναι η δυσκολότερη μορφή πρόληψης: όχι να περιμένουμε το επόμενο περιστατικό για να αναζητήσουμε ενόχους, αλλά να αλλάξουμε νωρίτερα το περιβάλλον που επιτρέπει στο ρίσκο να παρουσιάζεται ως βεβαιότητα.
Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη δεν μπορεί να αλλάξει όσα συνέβησαν. Όμως αφήνει την πιο δύσκολη κληρονομιά. Να μας αναγκάσει να κοιτάξουμε τη δική μας ευθύνη: ποιον επιλέγουμε να ακούσουμε, γιατί τον εμπιστευόμαστε και τι είμαστε διατεθειμένοι να αγνοήσουμε όταν η βεβαιότητα αποδεικνύεται πιο ελκυστική από την αλήθεια.
Σχετικά άρθρα
Η Βιομηχανία Της Ελπίδας: Πώς Η Ψευδοεπιστήμη, Οι Επώνυμοι Και Τα Μέσα Ενημέρωσης Τροφοδοτούν Την Αγορά Της Αιώνιας Νεότητας
Από τα “θαυματουργά” μηχανήματα και τις υποσχέσεις αντιγήρανσης έως την επιρροή των social media: μια παράλληλη πραγματικότητα όπου η εικόνα, η αναγνωρισιμότητα και η προσωπική εμπειρία μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη από την επιστημονική τεκμηρίωση
Γιώργος Παπαπροδρόμου: Ο Άνθρωπος Παραμένει Το Μεγαλύτερο Ρίσκο Και Η Ισχυρότερη Άμυνα Στην Κυβερνοασφάλεια
Ο πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος μιλά για τις σύγχρονες απειλές, την ανάγκη οικοδόμησης ψηφιακής ανθεκτικότητας και εξηγεί γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση είναι βαθιά πολιτισμική
Τάσος Καραθεόδωρος: Aν Θες Να Πας Γρήγορα Πήγαινε Μόνος Σου. Αν Θες Να Πας Μακριά Πρέπει Να Πάμε Μαζί
Πώς μια ιδέα που γεννήθηκε στην καραντίνα εξελίχθηκε σε ένα δυναμικό σχήμα συμβουλευτικής, με έμφαση στην ειλικρίνεια, τη συνεργασία και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Σάκης Κολλάτος: Το Στοίχημα Είναι Η Δημοτική Αρχή Να Ακούει Πραγματικά Τον Πολίτη
Ο επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Καθημερινότητας μιλά στο After Dark News για τις προκλήσεις της πόλης και το όραμα για μια Αθήνα που θέτει τους κατοίκους της στο επίκεντρο


