Νίκη Ευελπίδου: Η Επιστήμονας Που Αποκωδικοποιεί Το Ανάγλυφο Της Ελλάδας Απέναντι Στην Κλιματική Κρίση
Αναλύει πώς η διεπιστημονική γνώση αποτελεί τη μοναδική άμυνα απέναντι στις φυσικές καταστροφές
Συνέντευξη στην Χριστίνα Μπαλτούνα
Σε μια εποχή όπου οι φυσικοί κίνδυνοι δεν αποτελούν πλέον σπάνια φαινόμενα αλλά μια νέα κανονικότητα, η φωνή της επιστήμης πρέπει να είναι καθαρή, τεκμηριωμένη και, πάνω από όλα, ολιστική.
Η Νίκη Ευελπίδου, διακεκριμένη Επιστήμονας και Καθηγήτρια Γεωλογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπηρετεί αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Με ένα έργο που εκτείνεται από τη βαθιά κατανόηση της γεωμορφολογικής εξέλιξης των ελληνικών ακτών έως την πρώτη γραμμή της διαχείρισης κρίσεων, δεν περιορίζεται στα όρια του εργαστηρίου.
Βρίσκεται διαρκώς σε επαφή με τη φύση, ώστε να την μελετήσει, να την κατανοήσει και να συλλέξει τις απαντήσεις που μόνο εκείνη μπορεί να της δώσει. Απαντήσεις που προσφέρει απλόχερα, αλλά ο άνθρωπος αδυνατεί πολλές φορές να τις αντιληφθεί. Η επιστημονική επάρκεια και η έμφυτη ικανότητα δίνουν στην Νίκη Ευελπίδου τα «εργαλεία» για να αξιοποιήσει τα δώρα της φύσης και να τα μετουσιώσει σε πρακτικές προς όφελος τόσο του περιβάλλοντος όσο και του ανθρώπου.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο After Dark News, η κυρία Ευελπίδου εξηγεί γιατί το «μοτίβο της βροχής» στην Αττική έχει αλλάξει ριζικά, αναλύει τους δευτερογενείς κινδύνους όπως τις κατολισθήσεις, φέροντας ως παράδειγμα τα πρόσφατα γεγονότα στη Σαντορίνη) και μας υπενθυμίζει ότι το γεωλογικό παρελθόν μιας περιοχής είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν.
Πρόσθετα, γνωρίζουμε την εξέχουσα επιστημονική της πορεία με διαρκείς βραβεύσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό για καινοτόμες μεθόδους και έργα που συμβάλλουν στην προστασία του φυσικού πλούτου, αλλά και την προσπάθειά της για την αναγνώριση της προσφοράς των γυναικών στον τομέα της γεωμορφολογίας και των επιστημών εν γένει.

Με φόντο τα πρόσφατα πρωτοφανή καιρικά φαινόμενα που έπληξαν την Αττική, θα θέλαμε να μας αναλύσετε ποιες είναι οι αιτίες που οδήγησαν στις μεγάλες καταστροφές με το τίμημα της απώλειας μιας ανθρώπινης ζωής.
Η αιτία του φαινομένου σχετίζεται πρωτίστως με το μοτίβο των βροχοπτώσεων. Η ένταση ήταν πάρα πολύ μεγάλη, καθώς μέσα σε λίγες ώρες είχαμε το σαράντα τοις εκατό των βροχοπτώσεων που η Αττική θα λάμβανε μέσα σε ένα ολόκληρο έτος. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή είναι η νέα μας πραγματικότητα, ίσως και με μεγαλύτερη ένταση.
Από την άλλη πλευρά έχουμε το έντονο ανάγλυφο της χώρας μας. Οι μεγάλες μορφολογικές κλίσεις έχουν ως αποτέλεσμα έντονη επιφανειακή απορροή. Ειδικά στην Αττική, η μικρή απόσταση των ορεινών όγκων από τις πεδινές εκτάσεις επιδεινώνει την κατάσταση.
Η τρίτη και καθοριστική αιτία είναι ο ανθρώπινος παράγοντας. Οι αυθαίρετες παρεμβάσεις στα ρέματα, η κάλυψή τους και η μετατροπή τους σε δρόμους ή και σε κτήρια αποδείχθηκε μοιραία. Πολλοί από τους δρόμους της Αθήνας που πλημμύρισαν και γέμισαν με φερτά υλικά, αποτελούν στα αλήθεια την φυσική προέκταση των ρεμάτων του Υμηττού. Ήταν δηλαδή οι φυσικές δίοδοι του νερού, που πλέον έχουν μετατραπεί σε οδικό δίκτυο.
Υπό το πρίσμα της πραγματικότητας που περιγράψετε ποια είναι τα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν ώστε να περιοριστούν οι συνέπειες τέτοιων έντονων καιρικών φαινομένων;
Ας ξεκινήσουμε από τα πιο εύκολα και άμεσα υλοποιήσιμα μέτρα. Μια απαραίτητη ενέργεια, που πρέπει να γίνεται σε μόνιμη βάση, είναι ο συστηματικός καθαρισμός των ρεμάτων, των φρεατίων και των αγωγών του δικτύου αποχέτευσης ομβρίων υδάτων. Ο στόχος είναι να διασφαλίσουμε ότι η υπάρχουσα υποδομή μπορεί να λειτουργήσει στο μέγιστο της χωρητικότητάς της, ώστε κάθε ποσότητα νερού που είναι τεχνικά εφικτό να αποχετευτεί, να διοχετεύεται χωρίς εμπόδια.
Πέρα από την συντήρηση, οφείλουμε να προχωρήσουμε στην υλοποίηση νέων συγχρόνων αντιπλημμυρικών έργων, αλλά και στον εκσυγχρονισμό ήδη υφιστάμενων υποδομών. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι τα έργα που υπάρχουν ήδη, σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν σύμφωνα με παλαιότερα δεδομένα, τα οποία δεν προέβλεπαν τις ακραίες εντάσεις που βιώνουμε σήμερα. Είναι βέβαιο πως οι προκλήσεις των επόμενων ετών θα είναι ακόμη μεγαλύτερες.
Σε ότι αφορά σε νέα αντιπλημμυρικά έργα, πρέπει να αλλάξουμε κατεύθυνση. Οφείλουμε να στραφούμε σε έργα που δεν συγκρούονται με το φυσικό περιβάλλον αλλά συνεργάζονται με αυτό. Πρέπει λοιπόν να στραφούμε σε λύσεις βασισμένες στη φύση (Nature-based Solutions), οι οποίες ενσωματώνουν τις φυσικές διεργασίες στον τεχνικό σχεδιασμό τους.
Όμως υπάρχουν και εργαλεία που είναι ήδη διαθέσιμα και αποτελεσματικά. Ένα από αυτά είναι η συστηματική δενδροφύτευση. Τα δέντρα συγκρατούν το νερό, μειώνουν σημαντικά την επιφανειακή απορροή και συγκρατούν ένα μεγάλο ποσοστό των φερτών υλικών. Η ικανότητα ενός υγιούς δέντρου να συγκρατεί φερτά υλικά είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Παράλληλα, διαθέτουμε ήδη την τεχνογνωσία για την κατασκευή υδροπερατών πεζοδρομίων και δρόμων, τα οποία επιτρέπουν σε ένα σημαντικό μέρος του νερού να κατεισδύει, περιορίζοντας τον όγκο της επιφανειακής απορροής.
Επιπλέον, μπορούμε να δημιουργήσουμε χώρους πρασίνου, ή ακόμα και μικρές λίμνες ή δεξαμενές, οι οποίες συγκρατούν μέρος του νερού. Εδώ πρέπει να προσέξουμε δυο στοιχεία. Όταν δεν μιλάμε για πλημμύρες, μιλάμε για λειψυδρία. Συνεπώς, δεν έχουμε την πολυτέλεια να αφήνουμε το νερό να χάνεται, πόσο μάλλον όταν αυτό το νερό δημιουργεί καταστροφές ή ακόμα και απώλειες ανθρώπινων ζωών. Με αυτόν τον τρόπο, αφενός θωρακίζουμε τις περιοχές έναντι του πλημμυρικού κινδύνου και αφετέρου αποθηκεύουμε το νερό που τόσο πολύ χρειαζόμαστε.
Επιπροσθέτως, κάτι εξαιρετικά σημαντικό που πρέπει κάποια στιγμή να δούμε με σοβαρότητα, είναι η αποκατάσταση των μπαζωμένων ρεμάτων. Ξέρω ότι είναι δύσκολο και αντιλαμβάνομαι όλες τις παραμέτρους, αλλά οφείλουμε να το εξετάσουμε σοβαρά, γιατί δεν υπάρχει πανάκεια. Φαινόμενα όπως αυτό του προηγούμενου διαστήματος θα επαναληφθούν στο μέλλον, και μάλιστα πιθανόν πολύ σύντομα. Ας αναλογιστούμε λοιπόν: τι είναι προτιμότερο; Να αφήσουμε τα ρέματά μας μπαζωμένα, χρησιμοποιώντας τα ως δρόμους και οικόπεδα για κτίρια, βιώνοντας επανειλημμένα όσα ζήσαμε αυτές τις μέρες; Ή μήπως είναι προτιμότερο να αφήσουμε στο νερό ελεύθερη τη φυσική του πορεία;
Και κάτι εξίσου σοβαρό και σημαντικό είναι η εκπαίδευση των πολιτών για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν την ώρα της πλημμύρας. Το νερό έχει τεράστια δύναμη. Ενδεχομένως να μπορούμε να το αντιληφθούμε, αλλά μόλις μερικά εκατοστά νερού αρκούν για να παρασύρουν ένα ολόκληρο αυτοκίνητο. Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν διαθέτουμε ακόμα την απαραίτητη εκπαίδευση για την αντιμετώπιση τέτοιων κινδύνων.
Στο σχολείο, για παράδειγμα, το θυμάμαι και εγώ ως μαθήτρια αλλά το βλέπω και σήμερα στον γιο μου, μαθαίνουμε πώς να αντιδράσουμε σε περίπτωση σεισμού. Για την πλημμύρα όμως δεν εκπαιδευόμαστε. Κι όμως μιλάμε για μία φυσική καταστροφή που συχνά προκαλεί πολύ περισσότερες ζημιές και απώλειες ζωών από ό,τι ο σεισμός.
Ως προς τα μέτρα που αναφερθήκατε – όπως τα υδροπερατά πεζοδρόμια – έχει γίνει κάποια πρόταση προς τους αρμόδιους φορείς για ενδεχόμενη υλοποίησή τους;
Όλα τα μέτρα είναι γνωστά στους αρμόδιους φορείς. Ειδικά η λύση των υδροπερατών πεζοδρομίων και δρόμους είναι κάτι που προτείναμε με την ομάδα μου στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού έργου, πριν από 15-20 χρόνια. Η Ευρώπη το χρησιμοποιεί ήδη αυτές τις λύσεις. Είναι όλα γνωστά εδώ και δεκαετίες.
Το έργο αυτό ήταν το «Smart Test», ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Στα εργαστήρια του συνεργαζόμενου φορέα, του Πολυτεχνείου της Γερμανίας, αναπτύξαμε άσφαλτο με υψηλή υδροπερατότητα. Ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δοκιμάστηκε, εμείς δεν το αξιοποιήσαμε. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε ως χώρα, οφείλουμε πλέον να συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο του πλανήτη που δέχεται όλη την ένταση της κλιματικής κρίσης.
Είμαστε σαν το καναρίνι στα ορυχεία. Παλιά στα ορυχεία χρησιμοποιούσαν το καναρίνι ως προειδοποίηση, επειδή είναι πολύ. Όταν υπήρχαν αναθυμιάσεις, το καναρίνι πέθαινε και έτσι οι εργάτες γνώριζαν ότι έπρεπε να βγουν έγκαιρα έξω. Εμείς, λοιπόν, στη Μεσόγειο είμαστε το καναρίνι του πλανήτη σε σχέση με την κλιματική αλλαγή. Δοκιμαζόμαστε πρώτοι και αυτό βιώνουμε σήμερα εμείς, σε λίγα χρόνια θα το ζήσουν και οι βορειότερες χώρες της Ευρώπης. Αντιλαμβάνομαι ότι ως χώρα μπορεί να μην έχουμε τη δυναμική της Γερμανίας ή της Αγγλίας, έχουμε όμως την επιτακτική ανάγκη για λήψη μέτρων, καθώς βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σημείο που δέχεται όλη την ένταση των αλλαγών που γίνονται.
Έχουν γίνει κάποιες συζητήσεις – είτε με εσάς είτε με άλλους φορείς – με το υπουργείο Περιβάλλοντος, ώστε να υιοθετηθεί ένα πλαίσιο μέτρων που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να ανταποκριθεί στην κλιματική κρίση;
Ναι, γνωρίζω ότι γίνονται τέτοιες συζητήσεις. Υπάρχουν τόσο επιστημονικοί φορείς που εξειδικεύονται στο αντικείμενο όσο και ομάδες μέσα στο υπουργείο που ασχολούνται με τα ζητήματα των φυσικών καταστροφών.
Ένα από τα πράγματα που τονίζω συχνά, και το δουλεύουμε πολύ με την ομάδα μου, είναι ότι οι καταστροφές λειτουργούν σαν ένα ντόμινο: η μία τροφοδοτεί την επόμενη. Το βλέπουμε χαρακτηριστικά στις πυρκαγιές. Αμέσως μετά την πυρκαγιά, η συζήτηση στρέφεται στη διάβρωση και τις πλημμύρες. Όταν λοιπόν, οι παράγοντες που συνδέονται είναι τόσοι πολλοί, πρέπει να εστιάσουμε στο ποιες περιοχές είναι πιο τρωτές και ποιες έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Ίσως, να μην μπορούμε να καλύψουμε τα πάντα ταυτόχρονα, αλλά είναι κρίσιμο, ως επιστημονική κοινότητα, ως κρατικός μηχανισμός και ως πολιτεία, να εντοπίσουμε πού πρέπει να ρίξουμε το βάρος μας και να θέσουμε προτεραιότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες περιοχές δεν έχουν ανάγκη, αλλά κάπου πρέπει να γίνει η αρχή.
Ποιες είναι, λοιπόν, οι περιοχές που πρέπει να μπουν σε προτεραιότητα τόσο σε επιστημονικό επίπεδο όσο και από πλευράς της πολιτείας;
Το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας, που χαρακτηρίζεται από απότομα πρανή και έχει πληγεί από πυρκαγιές, βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Φυσικά, θα πρέπει οπωσδήποτε να συνυπολογίσουμε πληθυσμιακή πυκνότητα. Σκεφτείτε πως αν αυτό που έγινε στη Θεσσαλία, είχε συμβεί στην Αθήνα, θα είχαμε θρηνήσει πολύ περισσότερα θύματα. Είδαμε πρόσφατα και τι έγινε στη Γλυφάδα.
Υπό το πρίσμα όλων αυτών των γεγονότων απαιτείται να βάλουμε προτεραιότητες και να εστιάσουμε ώστε να φτιάξουμε έργα φιλικά προς τη φύση και το περιβάλλον. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η φύση έχει πολύ μεγαλύτερη δύναμη από όσο τσιμέντο και αν βάλουμε.
Βέβαια, έτσι όπως είναι πλέον δομημένη και ρυμοτομημένη η Αθήνα, οποιαδήπτε παρέμβαση είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς θα απαιτούσε να γκρεμιστούν σπίτια για να ανοίξει πάλι η κοίτη.
Αυτή ακριβώς ήταν η προσέγγιση του Smart Test, του έργου που είκοσι χρόνια πριν έθετε το ερώτημα: «Τι θα κάναμε σε μία περιοχή όπως η Μάνδρα Αττικής, την οποία δεν μπορείς να ξεριζώσεις; Θα πάρεις όλους αυτούς τους ανθρώπους και πού θα τους πας;». Η πρόταση, λοιπόν, ήταν: «Τουλάχιστον, ας βάλουμε υδροπερατά πεζοδρόμια και δρόμους, ώστε ένα μέρος του νερού να κατεισδύει και να μην απορρέει επιφανειακά».
Σαφώς όλα αυτά έχουν κόστος. Και η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να υπολογιστεί με νούμερα. Και αν συνυπολογίσουμε τις τωρινές καταστροφές αλλά και εκείνες που θα έρθουν, το τελικό κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό της πρόληψης. Είναι σημαντικό να γίνουν τέτοια έργα, ειδικά σε περιοχές που έχουν πληγεί επανειλημμένα.
Έχει ξεκινήσει πρόσφατα ένα πολύ φιλόδοξο project, το Sure Soil. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό το έργο και ποια είναι τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Το έργο Sure Soil εστιάζει στη διάβρωση και την απώλεια των εδαφών, μια διαρκή καταστροφή που συντελείται αθόρυβα. Δεν την συζητάμε συχνά, γιατί νοιώθουμε ότι δεν κινδυνεύουμε άμεσα. Η διάβρωση δεν βιώνεται όπως μια πλημμύρα. Όμως είναι εξίσου σημαντική γιατί χωρίς έδαφος, τα δάση και η φυτοκάλυψη δεν μπορούν να αναγεννηθούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα εντονότερη επιφανειακή απορροή και κατά συνέπεια περισσότερες πλημμύρες και κατολισθήσεις. Επιπλέον, το νερό δεν προλαβαίνει να κατεισδύσει για να εμπλουτίσει τους υδροφόρους ορίζοντες, προκαλώντας έλλειψη νερού. Το πιο άμεσο αντίκτυπο είναι ότι χωρίς εδάφη δεν μπορούμε να έχουμε καλλιέργειες. Δεν είναι δεδομένο ότι η βρύση μας θα βγάζει πάντα νερό, ή ότι θα υπάρχει πάντα επάρκεια τροφίμων.
Τα εδάφη πρέπει να τα αντιλαμβανόμαστε ως έναν μη ανανεώσιμο πόρο. Παρότι η φύση ξαναδημιουργεί τα εδάφη, για ένα εκατοστό εδάφους χρειάζονται περίπου χίλια χρόνια. Στη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, το έδαφος που χάνεται σε μια μεγάλη πλημμύρα, χάνεται οριστικά για εμάς και για τις επόμενες γενιές.
Το Sure Soil αναζητά λύσεις για να αποτρέψουμε αυτήν την απώλεια, προτείνοντας παρεμβάσεις φιλικές προς το περιβάλλον. Θέλουμε λύσεις που να συμπορεύονται με τη φύση. Και εν τέλει είναι οι πιο απλές λύσεις, γιατί μας τις υποδεικνύει η ίδια η φύση που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Αντί να πηγαίνουμε κόντρα στο περιβάλλον με τσιμεντένιες κατασκευές, ας τη μιμηθούμε.
Οπότε αυτό ακριβώς κάνουμε. Αναζητούμε μεθόδους φιλικές προς το περιβάλλον που οδηγούν στη συγκράτηση του εδάφους, ώστε να διασφαλίσουμε έδαφος για τις καλλιέργειές μας, να αποθηκεύσουμε το νερό, και να μειώσουμε τα φερτά υλικά που κάνουν τις πλημμύρες πιο καταστροφικές. Αυτές τις λύσεις τις δοκιμάζουμε κατά τη διάρκεια του έργου, τόσο εργαστηριακά όσο και στην πράξη σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας, και της Αφρικής.
Η νέα χρονιά σάς βρίσκει στη Νέα Ζηλανδία σε μια πολύ σημαντική αποστολή. Πείτε μας για το αντικείμενό της και τη σημασία της για τον άνθρωπο και τη Γη.
Πρόκειται για μια παγκόσμια συνάντηση που πραγματοποιείται κάθε τέσσερα χρόνια και συγκεντρώνει γεωμορφολόγους από όλον τον κόσμο. Αυτήν τη φορά διεξάγεται στη Νέα Ζηλανδία, με σκοπό να μοιραστούμε τεχνικές και μεθοδολογίες για την επίλυση προβλημάτων που άπτονται της γεωμορφολογίας. Οι γεωμορφολογικές καταστροφές, όπως οι κατολισθήσεις, η διάβρωση εδαφών και παραλιών και οι πλημμύρες, βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεών μας. Εστιάζουμε σε λύσεις φιλικές προς το περιβάλλον, παρουσιάζοντας επιτυχημένες πρακτικές που έχουν εφαρμοστεί σε άλλες χώρες.
Πέρα από το συνέδριο, έχω οργανώσει μια εργασία υπαίθρου στη Νέα Ζηλανδία. Παραδοσιακά, ένα από τα ερευνητικά μου αντικείμενα είναι οι μεταβολές στάθμης θάλασσας. Η Νέα Ζηλανδία, λόγω της εγγύτητάς της με την Ανταρκτική, έχει βιώσει πολυποίκιλες τέτοιες μεταβολές και για εμάς αποτελεί ένα εργαστήρι. H εργασία περιλαμβάνει και μετρήσεις πεδίου προκειμένου να εμπλουτίσουμε τις γνώσεις μας σε αυτό το αντικείμενο.
Το 2024 βραβευτήκατε – με την υψηλότερη διάκριση – για την καινοτόμο μέθοδο Nature4Nature, η οποία αφορά την προστασία της παράκτιας ζώνης από τη διάβρωση. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα και τι αποτελέσματα έχει φέρει μέχρι σήμερα η εφαρμογή της;
H φύση της έρευνάς μου είναι τέτοια, που για πάρα πολλά χρόνια μελετούσα τις διεργασίες της φύσης. Τις μελετούσα γιατί η φύση μάς δίνει πολύτιμες πληροφορίες για το παρελθόν, οι οποίες αποτελούν ένα σημαντικό μάθημα για το τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον. Η κλιματική αλλαγή που συζητάμε σήμερα δεν συμβαίνει για πρώτη φορά, έχει επαναληφθεί πάρα πολλές φορές στην ιστορία της Γης.
Συνεπώς, μελετώντας πώς εξελίχθηκε η Γη τις προηγούμενες φορές που βίωσε αντίστοιχες αναθερμάνσεις, μπορούμε να γνωρίζουμε τι να περιμένουμε, και επομένως να υιοθετήσουμε πιο σοφές λύσεις. Στην έρευνά μου, χρησιμοποίησα ως δείκτη του παρελθόντος τις απολιθωμένες παραλίες, που στην γεωλογία ονομάζουμε ακτολίθους. Το κοινό μπορεί να τους φανταστεί σαν μία πλάκα στην παραλία, που μοιάζει με άμμο τόσο καλά κολλημένη που θυμίζει τσιμέντο. Στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτα άλλο από απολιθωμένες παραλίες.
Αυτό κίνησε την περιέργειά μου, να μάθω πότε, πώς και γιατί η φύση απολίθωσε αυτές τις παραλίες. Με αυτόν τον τρόπο πήγαινα πίσω στο χρόνο, για να κατανοήσω τι συνθήκες επικρατούσαν εκείνη την περίοδο. Έτσι έμαθα πολύ καλά πώς πραγματοποιείται η απολίθωση, μια διαδικασία που μας διδάσκει η ίδια η φύση.
Η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει από τότε που ξεκίνησε η αναθέρμανση του πλανήτη, δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο τώρα. Ανεβαίνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Για την ακρίβεια, από το τέλος της τελευταίας παγετώδους περιόδου, έχει ανέβει ήδη εκατόν είκοσι μέτρα.
Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ακτόλιθοι, οι οποίοι είναι βυθισμένοι και λειτουργούν ως φυσικοί κυματοθραύστες. Ένας τέτοιος ακτόλιθος στην Νάξο στάθηκε η αφορμή για να συλλάβω αυτήν την ιδέα. Παρατήρησα ότι αυτός ο ακτόλιθος δρούσε ως κυματοθραύστης, με αποτέλεσμα η κυματική ενέργεια να φτάνει μειωμένη στην ακτή. Στην συγκεκριμένη παράκτια ζώνη δεν υπήρχε καθόλου διάβρωση, ενώ σε πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας και του κόσμου, οι παραλίες μας χάνονται.
Σκέφτηκα πως η φύση προστατεύει από μόνη της αυτή την παραλία, δημιουργώντας παράλληλα ένα πραγματικά υπέροχο τοπίο. Μοιάζει με τα κοραλλιογενή φράγματα. Είναι ένα περιβάλλον πλούσιο σε ζωή και αισθητικά όμορφο, με χλωρίδα και πανίδα. Επικρατεί μια απίστευτη βιοποικιλότητα σε αυτές τις περιοχές.
Έτσι λοιπόν σκέφτηκα: «αυτή είναι μια πολύ ωραία λύση, αν μπορούσα να τη μιμηθώ». Γνωρίζοντας πώς λειτουργεί αυτή η φυσική διεργασία, τη δοκίμασα στο εργαστήριο. Πραγματοποιήσαμε πάρα πολλά πειράματα. Ο Γιάννης Σαίτης, τότε υποψήφιος διδάκτοράς μου ανέλαβε το αντικείμενο ως θέμα και το δουλέψαμε μαζί, υλοποιώντας εκατοντάδες πειράματα με δείγματα από όλο τον κόσμο, όχι μόνο από την Ελλάδα και τη Μεσόγειο, αλλά και από την Αυστραλία, την Ιαπωνία, την Ασία και την Αφρική.
Διαπιστώσαμε ότι, ανεξάρτητα από την περιοχή, το υλικό και τα βακτήρια που υπάρχουν σε κάθε τόπο, μπορούμε να συνεκτικοποιήσουμε την άμμο και να απολιθώσουμε το υλικό. Χρησιμοποιούμε το ίζημα που υπάρχει στη συγκεκριμένη περιοχή, χωρίς να εισάγουμε ξένα στοιχεία. Αξιοποιούμε τα τοπικά βακτήρια της περιοχής, τα οποία μέσα από τη μεταβολική τους διαδικασία αποθέτουν ανθρακικά άλατα. Τα ανθρακικά άλατα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα φυσικό τσιμέντο, το οποίο συγκολλάει τους κόκκους της άμμου και δημιουργεί πέτρα. Αυτός ήταν ο στόχος μας, τον οποίον επιτύχαμε και ήδη το έχουμε δοκιμάσει πια με επιτυχία και στη φύση.
Στο εργαστήριο, χρησιμοποιώντας χαλαρό υλικό (ίζημα) και τα τοπικά βακτήρια, μπορούμε να δημιουργήσουμε τον ακτόλιθο μέσα σε επτά ημέρες. Στην ύπαιθρο, λόγω των εξωτερικών παραγόντων, όπως ο κυματισμός και ο άνεμος, η διαδικασία απαιτεί ενάμισυ με δύο μήνες. Μέσα σε αυτό το διάστημα, μπορούμε να μετατρέψουμε το χαλαρό υλικό σε έναν κυματοθραύστη.
Το πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, το οποίο συνειδητοποίησα στην πορείας αυτής της διαδικασίας, είναι το εξής: τα βακτήρια προσλαμβάνουν διοξείδιο του άνθρακα από το περιβάλλον και το δεσμεύουν μέσα στα ανθρακικά άλατα που δημιουργούν το φυσικό τσιμέντο της συγκόλλησης. Αυτό σημαίνει ότι, με την συγκεκριμένη μέθοδο, καταφέρνουμε ταυτόχρονα να μειώνουμε το διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.
Αυτήν τη στιγμή, η απανθρακοποίηση που επιτυγχάνουν τα βακτήρια μέσω αυτής της διαδικασίας είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη μέθοδο γνωρίζουμε και εφαρμόζουμε σε παγκόσμια κλίμακα. Προστατεύουμε τις παραλίες μας, χωρίς τη χρήση τσιμέντου, το οποίο αποτελεί την έβδομη μεγαλύτερη πηγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα παγκοσμίως. Αξιοποιούμε τη μεταβολική διαδικασία των βακτηρίων, δεσμεύοντας διοξείδιο του άνθρακα από το περιβάλλον, για να δημιουργήσουμε μια φυσική συγκόλληση. Το αποτέλεσμα είναι αισθητικά άρτιο, ενώ η φύση το αναγνωρίζει ως δικό της.

Η Μονάδα Μεταφοράς Τεχνολογίας και Καινοτομίας “ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ” του Πανεπιστημίου Αθηνών ανακοίνωσε πολύ πρόσφατα την ίδρυση Τεχνοβλαστού με την επωνυμία “Nature4NAture”. Πώς προέκυψε αυτή η πρωτοβουλία και ποιο είναι το έργο που θα αναπτύξει;
H ιδέα αυτή συζητήθηκε μέσα στον Αρχιμήδη, έναν φορέα που επιλέγει καινοτόμες ιδέες που γεννιούνται μέσα στο Πανεπιστήμιο και προσπαθεί να τις προωθήσει στην αγορά. Εμείς οι επιστήμονες έχουμε μάθει να απευθυνόμαστε κυρίως σε ένα επιστημονικό κοινό, χρησιμοποιώντας τη δική μας ορολογία, να δημοσιεύουμε άρθρα και να εργαζόμαστε μέσα στο εργαστήριο. Δεν είναι πάντα εύκολο για έναν επιστήμονα που κάνει βασική έρευνα να κάνει αυτό το βήμα προς τα έξω.
Αυτήν ακριβώς τη δουλειά κάνει ο Αρχιμήδης. Συμμετείχαμε σε διαγωνισμούς και η αλήθεια είναι ότι η ιδέα μας σάρωσε. Στην Ελλάδα έχουμε ήδη αποσπάσει τρεις πρώτες θέσεις καινοτομίας σε διαφορετικούς διαγωνισμούς, ενώ σε μεγάλους ευρωπαϊκούς διαγωνισμούς έχουμε βρεθεί μέσα στην πρώτη τετράδα. Έχουμε αποσπάσει πάρα πολλά βραβεία που επιβραβεύουν αυτή την προσπάθεια.
Μάλιστα, με την συνδρομή του Αρχιμήδη, η ιδέα υποβλήθηκε στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας. Η πρότασή μας προχώρησε χωρίς κανένα απολύτως σχόλιο, κάτι εξαιρετικά σπάνιο, καθώς συνήθως η διαδικασία κατοχύρωσης μιας πατέντας συνοδεύεται από παρατηρήσεις. Στη συνέχεια, δημιουργήσαμε έναν τεχνοβλαστό με σκοπό να παρέχουμε αυτήν την εξειδικευμένη τεχνογνωσία ως υπηρεσία σε φορείς και εταιρείες που αναζητούν λύσεις φιλικές προς το περιβάλλον στο πρόβλημα της παράκτιας διάβρωσης.
Υπάρχει κάποια περίπτωση όπου έχει χρησιμοποιηθεί στην πράξη η μέθοδος “Nature4NAture”;
Έχουμε ένα πιλοτικό έργο που βρίσκεται σε εξέλιξη στην ακτή Δηλαβέρη στον Πειραιά. Μπορεί κάποιος να το παρατηρήσει κάνοντας μια βόλτα στο κανάλι της ακτής, το οποίο δυστυχώς, όπως συμβαίνει στα περισσότερα λιμάνια, είναι επιβαρυμένο. Υπάρχει ένα τμήμα που έχει πλέον καλυφθεί από ακτολίθους.
Εφαρμόσαμε τη μέθοδο αυτήν στα τοιχώματα του καναλιού προκειμένου να ενισχύσουμε τη χλωρίδα και να πετύχουμε καλύτερη οξυγόνωση των υδάτων, με στόχο να επαναφέρουμε τη ζωή σε αυτόν τον χώρο. Πρόκειται για ένα έργο που ολοκληρώθηκε τον περασμένο Οκτώβριο. Το παρακολουθούμε στενά για να αξιολογήσουμε την εξέλιξη της βιοποικιλότητας. Η συγκεκριμένη λύση δεν περιορίζεται στην προστασία των ακτών, αλλά δημιουργεί και τις κατάλληλες συνθήκες βελτίωσης της βιοποικιλότητας της περιοχής εφαρμογής.
Το επιστημονικό σας έργο έχει αποσπάσει και άλλες κορυφαίες διακρίσεις. Θα θέλαμε να πείτε ποιες διακρίνετε και γιατί;
Θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο σημαντικά βραβεία που λάβαμε από την Ακαδημία Αθηνών. Το ένα σχετίζεται με την προαγωγή της γεωλογικής έρευνας και γνώσης στον ελληνικό χώρο και ειδικότερα με τις μεταβολές της θαλάσσιας στάθμης λόγω τεκτονικών κινήσεων. Ήταν μια έρευνα που για να υλοποιηθεί χρειάστηκε να κολυμπήσω στο Αιγαίο τρία συνεχόμενα χρόνια, χειμώνα – καλοκαίρι, και να μαζέψω πληροφορίες, οι οποίες μας έδωσαν τελικά το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας που βραβεύτηκε. Μάλιστα για αρκετά χρόνια μετά το βραβείο αυτό με αποκαλούσαν «η Ιντιάνα Τζόουνς των βυθών».
Το δεύτερο βραβείο αφορούσε μια μονογραφία που σχετιζόταν με τις μεταβολές στάθμης θάλασσας. Είναι ένα αντικείμενο που υπηρετώ πολλά χρόνια και το οποίο με οδηγεί σε διάφορα περίεργα μέρη του πλανήτη, από την Ισλανδία μέχρι την Ανταρκτική, όπου μελετάμε τους πάγους, με ποιο ρυθμό χάνονται και πώς αυτό που συμβαίνει από το λιώσιμο των παγετώνων έχει έναν αντίκτυπο στην παράκτια ζώνη του υπόλοιπου κόσμου.
Μια εξαιρετική πρωτοβουλία σας αποτελεί η σύσταση του μεταπτυχιακού προγράμματος “Geographic Information System“ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πείτε μας πώς προέκυψε η ιδέα και ποιοι είναι οι εκπαιδευτικοί του στόχοι.
Πολλά από τα θέματα της έρευνάς μου απαιτούν τη δημιουργία γεωγραφικών μοντέλων. Για παράδειγμα, με ρωτήσατε πριν ποιες είναι οι περιοχές που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο πλημμύρας. Αυτό δεν είναι κάτι που θα απαντηθεί εμπειρικά. Χρειάζεται η εισαγωγή δεδομένων σε εξειδικευμένα λογισμικά, η ανάλυσή τους και η παραγωγή τεκμηριωμένων απαντήσεων μέσω της μοντελοποίησης.
Τα μοντέλα που χρησιμοποιούσα από την αρχή της καριέρας μου ήταν γεωγραφικά, γιατί αυτά δίνουν πάρα πολύ δύναμη. Κι αυτό γιατί δεν αποτελούν μόνο αριθμητικές πληροφορίες, αλλά ενσωματώνουν την αντίληψη του χώρου και της γεωγραφίας. Όλα όσα μελετάμε και για τις φυσικές καταστροφές, σχετίζονται με τη γεωγραφία και τον χώρο. Έτσι χρησιμοποίησα τα γεωγραφικά συστήματα πληροφοριών (GIS), τα οποία αποτελούν ένα πάρα πολύ δυνατό εργαλείο που χρησιμοποιείται παγκοσμίως, λόγω της αναλυτικής του δυνατότητας.
Σκεφτείτε ότι όλοι μας χρησιμοποιούμε τα GIS καθημερινά: από τους χάρτες που πλοηγούμαστε, μέχρι και το Google Earth, ένα GIS είναι πάντα από πίσω. Το GIS λοιπόν έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, όχι μόνο στις γεωεπιστήμες, αλλά σε κάθε κλάδο. Για παράδειγμα, αν ένας γιατρός τοποθετήσει τις ασθένειες πάνω σε έναν χάρτη, μπορεί να διαπιστώσει ότι οι καρκινοπαθείς συγκεντρώνονται κατά μήκος ενός ποταμού, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι υπάρχει κάποια μόλυνση εκεί. Μην ξεχνάμε ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid παρακολουθούσαμε την εξάπλωση των κρουσμάτων σε πραγματικό χρόνο μέσα σε ένα GIS.
Επομένως είναι πάρα πολλές οι επιστήμες, από την αρχαιολογία και το μάνατζμεντ, μέχρι τα οικονομικά και την ιατρική που χρησιμοποιούνται τα GIS. Για παράδειγμα, όταν μια εταιρεία αποφασίζει πού θα κατευθύνει το μάρκετινγκ, έχει πρώτα κάνει μια χωρική ανάλυση με χρήση των GIS.
Τις τελευταίες δεκαετίες, τα GIS έχουν ενταχθεί πλήρως στη ζωή μας και αποτελούν μέρος του έργου μου στο πανεπιστήμιο. Διδάσκω GIS τόσο σε προπτυχιακό και όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Έτσι, οι φοιτητές μου, ολοκληρώνοντας τις σπουδές τους στη γεωλογία, συχνά μου ζητούσαν συστατική για να κάνουν μεταπτυχιακό GIS στο εξωτερικό.
Αποφάσισα, λοιπόν, τη δημιουργία ενός τέτοιου μεταπτυχιακού προγράμματος στο τμήμα μας, στο οποίο διαθέτουμε μεγάλη εμπειρία και έργο στα GIS. Δεχόμαστε επιστήμονες από όλες τις ειδικότητες και διαφορετικά αντικείμενα, οι οποίοι αποκτούν υψηλή εξειδίκευση στη γεωγραφική ανάλυση.
Η αλήθεια είναι ότι, χάρη σε αυτό το μεταπτυχιακό, οι φοιτητές μας, πριν ακόμα ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, έχουν ήδη προτάσεις εργασίας. Είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε, την ουσιαστική διάδραση μεταξύ ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας.
Στο ευρύ πεδίο των δραστηριοτήτων σας ξεχωρίζει και το γεγονός ότι είστε ιδρύτρια της Παγκόσμιας Ημέρας Γυναικών στον τομέα της γεωμορφολογίας. Θα θέλαμε να μας μιλήσετε για την πρωτοποριακή αυτήν πρωτοβουλία και τη σημασία της.
Γενικά επιδιώκω να είμαι ιδιαίτερα ενεργή σε θέματα ευρωπαϊκών προγραμμάτων και χρηματοδοτήσεων, καθώς με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται χρηματοδότηση για την ομάδα μου. Έτσι μπορούμε να συνεχίσουμε την έρευνά μας, και οι νέοι ερευνητές να μένουν στην Ελλάδα και να μην χρειάζεται να φεύγουν στο εξωτερικό.
Κάποια στιγμή που συνέτασσα μια πρόταση, μου ζητήθηκε το ποσοστό των γυναικών που ασχολούνται με το αντικείμενο αλλά και ποσοστό εκπροσώπησής τους σε θέσεις ευθύνης. Παρατήρησα, λοιπόν, ότι ενώ είχαμε πολλές γυναίκες με πτυχία, μεταπτυχιακά, και διδακτορικά, σε θέσεις καριέρας εξαφανίζονταν. Και αυτό δεν αφορά μόνο τρίτες χώρες, όπου το φαινόμενο είναι έντονο, συνέβαινε και στην Ευρώπη.
Εκείνη τη χρονιά δεν κατέθεσα το πρόγραμμα, γιατί στάθηκε αδύνατο να βρω το απαιτούμενο 40% γυναικών για τις κομβικές θέσεις των συμμετεχόντων. Αν δούμε πόσες γυναίκες κατέχουν θέσεις διευθυντριών, πρόεδρων τμημάτων, κοσμητόρων ή πρυτάνεων, θα διαπιστώσουμε ότι είναι ελάχιστες.
Έτσι λοιπόν αποφάσισα, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, να διοργανώνω μία εκδήλωση με τίτλο “Οι γυναίκες στη γεωμορφολογία”, στην οποία οι γυναίκες να παρουσιάζουν την έρευνά τους. Στόχος μου ήταν να αναδείξουμε την έρευνα των γυναικών, καθώς παράγουν πλούσιο και σημαντικό έργο.
Με μεγάλη μου λύπη, ωστόσο, παρατήρησα ότι στη Μεσόγειο η έρευνα των γυναικών συχνά «κρυβόταν» πίσω από έναν άντρα. Δηλαδή, ακόμα και αν μια γυναίκα είχε διεξάγει την έρευνα, έπρεπε ένας άντρας να την παρουσιάσει ή να εμφανίζεται ως πρώτο όνομα.
Αυτό το γεγονός με κινητοποίησε και ανέλαβα την πρωτοβουλία, την ενέταξα στην Παγκόσμια Ένωση Γεωμορφολόγων (International Association of Geomorphologists), την παγίωσα και πλέον η εκδήλωση γίνεται κάθε χρόνο. Συμμετέχουν γυναίκες από όλο τον κόσμο και παρουσιάζουν την έρευνά τους.
Θα πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι σήμερα η κατάσταση είναι σαφώς βελτιωμένη και έχουμε σημειώσει σημαντική πρόοδο. Το Τμήμα Γεωλογίας ήταν παραδοσιακά ανδροκρατούμενη σχολή. Σήμερα το μισό φοιτητικό δυναμικό αποτελείται από γυναίκες. Είναι σημαντικό, όμως να βλέπουμε γυναίκες και σε υψηλές θέσεις ευθύνης και σε διεθνείς διακρίσεις. Έχουμε αρκετό δρόμο να κάνουμε ακόμη σε αυτό το επίπεδο.
Ένα από τα αντικείμενα της επιστημονικής σας έρευνας αφορά και την προστασία και διατήρηση ιστορικών χώρων και τοπίων. Πείτε μας, λοιπόν, ποια είναι η κατάσταση σήμερα των μνημείων στην Ελλάδα και εάν υπάρχουν υπαρκτοί κίνδυνοι.
Παρότι ως χώρα έχουμε μακρά παράδοση στον πολιτισμό, δυστυχώς υστερούμε σε σχέση με πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης. Δεν ξέρουμε εμπεδώσει ακόμα την έννοια «μνημείο της φύσης». Θεωρούμε λανθασμένα ότι θα παραμείνει εκεί για πάντα, ανεξάρτητα από τις δικές μας παρεμβάσεις.
Θεωρούμε ότι μπορούμε να οδηγούμε οχήματα πάνω στις αμμοθίνες ή σε χώρους αναπαραγωγής ζώων και σπάνιων φυτών. Δεν υπάρχει η απαραίτητη κουλτούρα προστασίας. Το καλοκαίρι βλέπουμε πλήθος αυτοκινήτων να παρκάρουν πάνω στις αμμοθίνες. Έχουμε τονίσει επανειλημμένα ότι είναι προστατευόμενα οικοσυστήματα. Οι αμμοθίνες είναι ένα παράδειγμα ανάμεσα σε πολλά.
Θεωρώ ότι έχουμε κάνει κάτι πολύ λάθος στην εκπαίδευση των πολιτών. Γιατί δεν είναι αποδεκτό στην Ελλάδα, την χώρα του πολιτισμού, να μην έχουμε κουλτούρα σε όλα αυτά τα θέματα.
Επί τη ευκαιρία της αναφοράς στις αμμοθίνες, θα ήθελα να αναφέρω ότι αυτήν τη στιγμή πραγματοποιούμε ένα πείραμα για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων αμμοθινών, με τρόπο απόλυτα φιλικό προς το περιβάλλον. Κατά μια έννοια «καθοδηγούμε» τη φύση να ξεκινήσει την μεταφορά της άμμου σε συγκεκριμένο σημείο για να δημιουργηθεί ξανά η αμμοθίνα. Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο στόχος δεν είναι να καταστρέφουμε μετά να αναζητούμε τρόπους αποκατάστασης. Ο στόχος είναι να είμαστε κατάλληλα εκπαιδευμένοι πολίτες ώστε να μην προκαλούμε τέτοιες φθορές.
Το περασμένο διάστημα είχατε συμμετάσχει στην έρευνα και την παρακολούθηση του σεισμικού φαινομένου στην Σαντορίνη. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό και κυρίως πού βρισκόμαστε σήμερα.
Ουσιαστικά αυτό ήταν μια πρωτοβουλία του πρύτανή μας. Με την έναρξη της έντονης σεισμικής δραστηριότητας στη Σαντορίνη, ο πρύτανης του ΕΚΠΑ συγκρότησε μια διεπιστημονική επιτροπή για την αντιμετώπιση, διαχείριση και μελέτη των φυσικών κινδύνων. Η επιτροπή αυτή αποτελείται από γεωλόγους, φυσικούς, ψυχολόγους, γιατρούς, δηλαδή όλες τις ειδικότητες που μπλέκονται στη διαχείριση μιας κρίσης.
Η επιτροπή και συγκεκριμένα η ομάδα του Εργαστηρίου Σεισμολογίας του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος παρακολούθησε και ερμήνευσε την σεισμική δραστηριότητα. Όμως, δεν κινδυνεύουμε μόνο από τον σεισμό αλλά και από τα συνοδά φαινομενα, όπως μια κατολίσθηση ή ένα τσουνάμι.
Εγώ συγκεκριμένα επικεντρώθηκα στην μελέτη των κατολισθήσεων και του τσουνάμι στην περιοχή. Πρόεδρος της επιτροπής αυτής είναι ο Ομότιμος Καθηγητής κ. Λέκκας και η Πρόεδρος του Τμήματός μας η Καθηγήτρια κ. Αντωναράκου. Αυτή τη στιγμή, δημιουργείται ένας συλλογικός τόμος, που θα δημοσιευθεί στους επόμενους μήνες και θα περιλαμβάνει όλα τα αποτελέσματα των εργασιών της διεπιστημονικής ομάδας για τη Σαντορίνη.
Φυσικά, ως ομάδα συνεχίζουμε να παρακολουθούμε στενά τα φαινόμενα. Το γεγονός ότι το θέμα δεν προβάλλεται πλέον στα μέσα ενημέρωσης, δεν σημαίνει κάτι. Η δική μας μελέτη και παρακολούθηση παραμένουν συνεχείς και με επισκέψεις στο πεδίο όποτε κρίνεται απαραίτητο.

Η επιστήμη ως ασπίδα απέναντι στους κινδύνους του αύριο
Το έργο της Νίκης Ευελπίδου δεν εξαντλείται απλά στην καταγραφή των γεωλογικών φαινομένων, αλλά πολύ περισσότερο αποτελεί μια διαρκή γέφυρα ανάμεσα στην ιστορία της Γης και το μέλλον της ανθρώπινης ασφάλειας. Η πορεία της αποδεικνύει ότι η σύγχρονη επιστήμη οφείλει να είναι εξωστρεφής και πολυδιάστατη.
Όπως χαρακτηριστικά και ορθά υπογραμμίζει η ίδια, «η φύση δεν εκδικείται, απλώς ακολουθεί τους νόμους σε ένα μεταβαλλόμενο κλίμα». Η δική μας ευθύνη έγκειται στην αποδοχή αυτής της νέας πραγματικότητας και στην επένδυση στη γνώση. Η εκπαίδευση πρέπει και οφείλει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή.
Σε έναν κόσμο όπου οι απειλές, όπως οι πλημμύρες στην Αττική ή οι γεωλογικοί κίνδυνοι στη Σαντορίνη, γίνονται εντονότερες, η Νίκη Ευελπίδου μας υπενθυμίζει ότι η επιστήμη είναι το μόνο σταθερό έδαφος πάνω στο οποίο μπορούμε να κτίσουμε ένα ασφαλέστερο αύριο.


