Menu
Menu

Η Βιομηχανία Της Ελπίδας: Πώς Η Ψευδοεπιστήμη, Οι Επώνυμοι Και Τα Μέσα Ενημέρωσης Τροφοδοτούν Την Αγορά Της Αιώνιας Νεότητας

Από τα “θαυματουργά” μηχανήματα και τις υποσχέσεις αντιγήρανσης έως την επιρροή των social media: μια παράλληλη πραγματικότητα όπου η εικόνα, η αναγνωρισιμότητα και η προσωπική εμπειρία μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη από την επιστημονική τεκμηρίωση
Photo Credits: AI Generated Image
Δημοσίευση από:Newsroom
Σεπ. 24, 2026
Aνάγνωση σε
24
λ.
After Dark News Top Leaderboard 728x90

Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη προκάλεσε σοκ. Ένας άνθρωπος που για δεκαετίες είχε συνδεθεί με τη δημόσια ζωή, τη μουσική και τη διασκέδαση έφυγε ξαφνικά, σε μια συνθήκη που, θεωρητικά, κανείς δεν θα μπορούσε να περιμένει ότι θα κατέληγε σε τραγωδία.

Η είδηση δεν προκάλεσε μόνο θλίψη και οργή. Άφησε πίσω της ένα πλήθος ερωτημάτων, καθώς ο θάνατός του αγαπητού καλλιτέχνη, κατά τη διάρκεια πλασμαφαίρεσης σε ιδιωτικό ιατρείο στο Κολωνάκι, έφερε στην επιφάνεια μια πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερη από το ίδιο το περιστατικό. Έναν “κόσμο” όπου η ματαιοδοξία και ο κίνδυνος για την ζωή βαδίζουν χέρι-χέρι.

Γιατί πίσω από την τραγωδία δεν βρίσκεται μόνο το ερώτημα τι συνέβη εκείνη την ημέρα. Συναντάται ένα ολόκληρο οικοσύστημα πρακτικών, προσώπων και υποσχέσεων που έχει αναπτυχθεί γύρω από την υγεία: γιατροί χωρίς την αντίστοιχη ειδικότητα που παρουσιάζονται ως “ολιστικοί” ή “αντιγηραντικοί” ειδικοί, πρόσωπα που αυτοπαρουσιάζονται ως ειδικοί σε πρακτικές έξω από τα όρια της τεκμηριωμένης ιατρικής, “κβαντικές” και “βιοσυντονιστικές” θεραπείες και μια σειρά από πρακτικές που βρίσκουν κοινό, πελατεία και, κυρίως, δημόσιο κύρος.

Το κύρος αυτό, όμως, δεν δημιουργείται μόνο μέσα σε ένα ιατρείο. Το μεταφέρουν και οι επώνυμοι όταν μιλούν δημόσια για τις προσωπικές τους εμπειρίες, συστήνουν πρόσωπα και μεθόδους ή συνδέουν την αναγνωρισιμότητά τους με πρακτικές υγείας. Και το ενισχύουν τα μέσα ενημέρωσης όταν παρουσιάζουν ανθρώπους ως “ειδικούς”, προσφέρουν δημόσιο βήμα σε πρακτικές χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση ή επιλέγουν την εντυπωσιακή βεβαιότητα αντί για την δύσκολη, λιγότερο θεαματική γλώσσα της επιστήμης.

Είναι εύκολο, μετά από μια τραγωδία, να αναζητούν όλοι τον ένοχο. Είναι δυσκολότερο να αναρωτηθούν αν κάποιοι από εκείνους, που σήμερα σηκώνουν το δάχτυλο, είχαν προηγουμένως συμβάλει, έστω και άθελά τους, στο να αποκτήσει κάποιος δημόσιο κύρος. Η παραδοχή του λάθους και της ευθύνης απαιτεί γενναιότητα και ηθική, αξίες που όπως αποδεικνύεται ελάχιστοι κατέχουν σήμερα στην δημόσια σφαίρα.

Και φυσικά υπάρχει και η άλλη πλευρά της ιστορίας: η θεσμική. Γιατί όταν τέτοιες πρακτικές αποκτούν χώρο, πελατεία και κοινωνική αποδοχή, το ερώτημα δεν αφορά μόνο εκείνους που τις επιλέγουν ή εκείνους που τις προωθούν. Αφορά και εκείνους που έχουν την ευθύνη να ελέγχουν τι επιτρέπεται, ποιος μπορεί να το πραγματοποιεί και υπό ποιες προϋποθέσεις. Όπως προκύπτει από τα μέχρι τώρα στοιχεία της υπόθεσης, υπήρχαν ζητήματα που είχαν τεθεί υπό έλεγχο, χωρίς αυτό να αποδειχθεί αρκετό για να αποτραπεί η τραγωδία. Εδώ ακριβώς ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα για την επάρκεια της εποπτείας: πόσο γρήγορα αναγνωρίζει το σύστημα έναν κίνδυνο, πόσο αποτελεσματικά παρεμβαίνει και, κυρίως, αν λειτουργεί πριν ή μόνο μετά το κακό.

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη γίνεται έτσι το εφαλτήριο για μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση. Για το ποιον εμπιστευόμαστε όταν φοβόμαστε. Για το πώς η εικόνα, η αναγνωρισιμότητα και η προβολή μπορούν να αποκτήσουν το κύρος της γνώσης. Για το πώς η υπόσχεση μπορεί να μετατραπεί σε αυθεντία και η αμφιβολία – που αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της επιστήμης – σε μειονέκτημα. Και, τελικά, για το αν η κοινωνία, τα μέσα ενημέρωσης, οι επώνυμοι και οι θεσμοί είναι έτοιμοι να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί.

Γιατί το ερώτημα δεν περιορίζεται μόνο στο “πώς πέθανε ένας άνθρωπος”. Είναι πόσοι ακόμη άνθρωποι βρίσκονται, αυτή τη στιγμή, σε αντίστοιχα ιατρεία και πόσο εύκολα εξακολουθούμε να εμπιστευόμαστε τη βεβαιότητα πριν προλάβει να μιλήσει η απόδειξη.

Τι συνέβη στην πράξη: ασθενείς χωρίς νόσημα, θεραπείες χωρίς ένδειξη

Σύμφωνα με τα στοιχεία που βλέπουν το “φως” της δημοσιότητας,  η γιατρός που φέρεται να πραγματοποίησε τη μοιραία πλασμαφαίρεση δεν διέθετε αναγνωρισμένη ιατρική ειδικότητα, ενώ δημοσίως εμφανιζόταν ως γυναικολόγος και “ολιστική ιατρός”. Παράλληλα, παρουσίαζε τίτλο σπουδών από το λεγόμενο “Quantum University”, ίδρυμα με έδρα τη Χαβάη, για το οποίο η Ένωση Ελλήνων Φυσικών έχει επισημάνει ότι δεν διαθέτει επίσημη ακαδημαϊκή διαπίστευση στις ΗΠΑ, καταγγέλλοντας παράλληλα, σε ανακοίνωσή της, κατάχρηση όρων και εννοιών της φυσικής επιστήμης για την εκπαίδευση προσώπων που εμφανίζονται ως “ψευτογιατροί”. Ως μη αναγνωρισμένος ακαδημαϊκός τίτλος, δεν μπορεί να αποτελεί αναγνωρισμένο προσόν ιατρικής ειδικότητας στην Ελλάδα.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στους τίτλους που φέρεται να επικαλούνταν η γιατρός. Αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονταν και χρησιμοποιούνταν σοβαρές ιατρικές πράξεις. Η πλασμαφαίρεση δεν είναι μια γενική πρακτική ευεξίας. Πρόκειται για σύνθετη ιατρική διαδικασία, η οποία, όπως έχει επισημάνει η Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία, πραγματοποιείται σε νοσοκομειακό περιβάλλον από εξειδικευμένο προσωπικό και εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες ιατρικές ενδείξεις, μεταξύ άλλων σε ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα.

Στο συγκεκριμένο ιατρείο, ωστόσο, η ίδια διαδικασία παρουσιαζόταν διαφορετικά: ως μέσο “αποτοξίνωσης”, “αναζωογόνησης” και μακροζωίας. Πρόκειται για μια μετατόπιση που αλλάζει πλήρως το πλαίσιο μέσα στο οποίο αντιλαμβάνεται ο πολίτης μια ιατρική πράξη. Από τη θεραπεία ενός συγκεκριμένου νοσήματος περνάμε στην υπόσχεση βελτίωσης ενός κατά τα άλλα υγιούς οργανισμού. Από την ιατρική ένδειξη περνάμε στην επιθυμία. Και από την ανάγκη θεραπείας στην υπόσχεση ότι μπορούμε να γίνουμε νεότεροι, υγιέστεροι ή “καθαρότεροι”.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η αναφορά σε “θεραπείες με βλαστοκύτταρα” που φέρεται να προωθούνταν στον ίδιο χώρο από τον επίσης κατηγορούμενο σύζυγο της γιατρού. Οι συγκεκριμένες πρακτικές, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, παρουσιάζονταν ακόμη και σε διεθνή συνέδρια ως μέθοδοι “αναζωογόνησης”.

Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία του προβλήματος. Δεν χρειάζεται να εφεύρει κανείς μια ανύπαρκτη τεχνολογία για να δημιουργήσει μια αναξιόπιστη θεραπευτική υπόσχεση. Αρκεί να πάρει μια πραγματική ιατρική τεχνολογία και να την αποσυνδέσει από το επιστημονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει τεκμηριωμένη χρήση.

Τα βλαστοκύτταρα έχουν πραγματικές και σημαντικές εφαρμογές στην ιατρική. Η πλασμαφαίρεση έχει συγκεκριμένες, αναγνωρισμένες ενδείξεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτές οι έννοιες μεταφέρονται από το πεδίο της θεραπείας συγκεκριμένων παθήσεων σε μια αγορά ευεξίας, αντιγήρανσης και “αναζωογόνησης” για ανθρώπους που δεν πάσχουν από το νόσημα για το οποίο μια τέτοια πράξη μπορεί να έχει ένδειξη.

Και τότε η επιστημονική ορολογία παύει να λειτουργεί ως εργαλείο κατανόησης και μετατρέπεται σε εργαλείο πειθούς. Η λέξη “βλαστοκύτταρα” ακούγεται εντυπωσιακή. Η “πλασμαφαίρεση” ακούγεται προηγμένη. Η “κβαντική” προσέγγιση ακούγεται πρωτοποριακή. Όμως η επιστημονική ονομασία μιας μεθόδου δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι η συγκεκριμένη χρήση της είναι ασφαλής, αποτελεσματική ή ενδεδειγμένη.

Αυτό είναι το μοτίβο που πρέπει να μας απασχολεί: όχι η τεχνολογία καθαυτή, αλλά η μεταφορά της έξω από το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει αποδειχθεί ότι λειτουργεί. Γιατί εκεί ακριβώς η επιστήμη μπορεί να μετατραπεί σε αφήγημα, η θεραπεία σε προϊόν και η ελπίδα του ανθρώπου σε αγορά.

Η ορολογία που “ντύνει” την ψευδοεπιστήμη με κύρος

Ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία της ψευδοεπιστήμης δεν είναι απαραίτητα μια εντυπωσιακή συσκευή ή μια περίπλοκη μέθοδος. Είναι η ίδια η γλώσσα. Λέξεις που προέρχονται από την πραγματική επιστήμη – “κβάντο”, “ενέργεια”, “δόνηση”, “κύτταρα” – αποσπώνται από το επιστημονικό τους πλαίσιο και χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι μια πρακτική διαθέτει τεκμηρίωση την οποία στην πραγματικότητα δεν έχει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο όρος “κβαντική ιατρική”. Πρόκειται για έναν όρο-ομπρέλα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει διαφορετικές πρακτικές, χωρίς να αντιστοιχεί σε αναγνωρισμένο πεδίο της ιατρικής επιστήμης. Ειδικοί που τοποθετήθηκαν δημόσια μετά την υπόθεση ήταν κατηγορηματικοί ως προς αυτό: “κβαντική ιατρική”, με την επιστημονική έννοια του όρου, δεν αποτελεί αναγνωρισμένη ιατρική πρακτική.

Το πρόβλημα, όμως, δυστυχώς δεν περιορίζεται μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Σε καταγγελία που δημοσιεύθηκε, γυναίκα περιέγραψε την εμπειρία της με θεραπεύτρια που παρουσιαζόταν ως “κβαντική γιατρός” και η οποία, σύμφωνα με την καταγγελία, της ζήτησε να βγάλει τα παπούτσια της και να τοποθετήσει τα χέρια της πάνω σε μια συσκευή. Η περίπτωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή δείχνει πώς μια επιστημονικοφανής ορολογία μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στην πραγματική αγωνία ενός ανθρώπου και σε μια πρακτική που δεν έχει την αντίστοιχη επιστημονική βάση.

Και η “κβαντική ιατρική” δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Η Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ελλάδος έχει εκφράσει δημόσια την ανησυχία της για την ανεξέλεγκτη διαφήμιση πρακτικών όπως ο “βιοσυντονισμός” και οι “κβαντικές” εφαρμογές. Παράλληλα, γνωστός πλαστικός χειρουργός και πρώην πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης έχει επισημάνει δημόσια ότι σαμανικές, κβαντικές και ολιστικές θεραπείες δεν αποτελούν ιατρικές ειδικότητες. Στο ίδιο τοπίο εντάσσονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, και περιπτώσεις “υπνοθεραπευτών” που υπόσχονται πρόσβαση σε “προηγούμενες ζωές” μέσω ύπνωσης, καθώς και ευρύτερες “ολιστικές” προσεγγίσεις χωρίς αναγνωρισμένο επιστημονικό υπόβαθρο.

Η θέση του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου είναι σαφής. Σε έγγραφά του το 2021 και το 2023, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν από “Το Βήμα”, αναφέρεται ότι οι εναλλακτικές θεραπείες δεν αποτελούν αναγνωρισμένη μέθοδο ιατρικής στην Ελλάδα ούτε μπορούν να θεωρηθούν ιατρικές ειδικότητες.

Το ανησυχητικό, επομένως, δεν είναι μόνο ότι εμφανίζονται μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο που, σύμφωνα με τα ίδια έγγραφα του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, έχει οδηγήσει σε εκατοντάδες καταγγελίες για αμφιλεγόμενες θεραπείες. Η υπόθεση Μαζωνάκη προστίθεται έτσι σε μια ήδη μακρά σειρά υποθέσεων που έχουν απασχολήσει τη Δικαιοσύνη τα τελευταία χρόνια.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της ιστορίας: η ψευδοεπιστήμη σπάνια παρουσιάζεται στο κοινό ως ψευδοεπιστήμη. Δεν λέει “αυτό δεν έχει αποδειχθεί”. Αντίθετα, συχνά μιλά τη γλώσσα της επιστήμης. Χρησιμοποιεί όρους που ο μέσος άνθρωπος αναγνωρίζει ως επιστημονικούς, αλλά δεν έχει τα εργαλεία για να αξιολογήσει αν χρησιμοποιούνται σωστά. “Κύτταρα”, “ενέργεια”, “αποτοξίνωση”, “δόνηση”, “κβαντικό”, λέξεις πραγματικές, που μπορούν όμως να τοποθετηθούν σε μια εντελώς διαφορετική αφήγηση. Έτσι δημιουργείται η πιο επικίνδυνη σύγχυση: όχι ανάμεσα στην επιστήμη και την άγνοια, αλλά ανάμεσα στην επιστήμη και σε κάτι που μοιάζει με επιστήμη.

Γιατί η επιστημονική ορολογία από μόνη της δεν αποδεικνύει τίποτα. Το ερώτημα δεν είναι αν μια θεραπεία χρησιμοποιεί τη λέξη “κύτταρο” ή “κβάντο”. Είναι αν υπάρχει μελέτη, αν υπάρχει κλινική ένδειξη, αν υπάρχει αναπαραγωγίσιμο αποτέλεσμα, αν υπάρχει έλεγχος και, τελικά, αν υπάρχει η επιστημονική διαδικασία που επιτρέπει έναν ισχυρισμό να περάσει από την υπόσχεση στην απόδειξη.

Όταν αυτή η διάκριση χάνεται, η γλώσσα παύει να είναι εργαλείο ενημέρωσης και γίνεται εργαλείο πειθούς. Και τότε μια λέξη μπορεί να κάνει κάτι πολύ περισσότερο από το να περιγράψει μια πρακτική: μπορεί να της δανείσει το κύρος μιας επιστήμης που στην πραγματικότητα δεν της ανήκει.

Το νομικό πλαίσιο: σαφές στα χαρτιά, αδύναμο στην εφαρμογή

Το ελληνικό νομικό πλαίσιο δεν είναι χωρίς κανόνες. Αντιθέτως, σε αρκετά σημεία είναι σαφές ως προς το ποιος μπορεί να ασκεί την ιατρική, ποιος δικαιούται να χρησιμοποιεί τον τίτλο του γιατρού και ποια όρια τίθενται στη χρήση ιατρικών τίτλων και υπηρεσιών.

Ήδη από τον Α.Ν. 1565/1939, τον “Κώδικα Ασκήσεως του Ιατρικού Επαγγέλματος”, η άσκηση της ιατρικής και η χρήση του τίτλου του γιατρού προϋποθέτουν την απαιτούμενη άδεια, ενώ η χρήση ειδικότητας που δεν έχει αποκτηθεί νόμιμα αποτελεί πειθαρχικά ελεγκτέα συμπεριφορά. Παράλληλα, η άσκηση ιατρικής χωρίς την απαιτούμενη βεβαίωση – ή ενώ αυτή έχει ανακληθεί ή βρίσκεται σε αναστολή – προβλέπεται ως αδίκημα.

Εδώ, όμως, βρίσκεται και ένα από τα βασικά προβλήματα: η αναλογικότητα των κυρώσεων. Με βάση το παλαιότερο ισχύον πλαίσιο, η παράνομη άσκηση ιατρικής τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι εβδομάδες και πρόστιμο έως 5.000 ευρώ. Πρόκειται για ποινές που έχουν κατά καιρούς θεωρηθεί από νομικούς και γιατρούς ιδιαίτερα περιορισμένες σε σχέση με τη σοβαρότητα του κινδύνου που μπορεί να δημιουργείται όταν κάποιος παρεμβαίνει στην υγεία ανθρώπων χωρίς το απαιτούμενο θεσμικό πλαίσιο.

Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο πεδίο: η δημόσια εικόνα της ιατρικής. Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς στη διαφήμιση και την προβολή ιατρικών υπηρεσιών. Στην εποχή του διαδικτύου και των social media, ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των ορίων γίνεται πολύ πιο σύνθετη.

Η υπόθεση Μαζωνάκη επαναφέρει το ερώτημα κατά πόσο οι υφιστάμενοι κανόνες μπορούν πράγματι να παρακολουθήσουν μια αγορά όπου η προβολή ενός γιατρού, μιας μεθόδου ή μιας θεραπείας μπορεί να γίνεται καθημερινά, μαζικά και χωρίς τα φίλτρα που ίσχυαν στα παραδοσιακά μέσα.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η χρήση τίτλων ή ονομασιών που παραπέμπουν σε ιατρική εξειδίκευση. Πρακτικές όπως ο βελονισμός, η ομοιοπαθητική, η ρεφλεξολογία και ο βιοσυντονισμός δεν περιλαμβάνονται στον επίσημο κατάλογο των αναγνωρισμένων ιατρικών ειδικοτήτων, γεγονός που δημιουργεί σαφές θεσμικό όριο ως προς την παρουσίασή τους ως ιατρικές ειδικότητες.

Το 2025 επιχειρήθηκε, πάντως, να αλλάξει ακριβώς αυτό το σημείο του πλαισίου. Νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, έπειτα από πάγιο αίτημα του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, κινήθηκε προς την κατεύθυνση αυστηρότερων κυρώσεων για την παράνομη άσκηση της ιατρικής και την αντιποίηση της ιδιότητας του γιατρού. Η πρόβλεψη ήταν φυλάκιση έως τρία έτη και πρόστιμο έως 60.000 ευρώ για την αντιποίηση της ιδιότητας του γιατρού από πρόσωπο χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα, ενώ για πτυχιούχους που ασκούν ιατρική χωρίς έγκυρη άδεια προβλεπόταν φυλάκιση έως ένα έτος και πρόστιμο έως 10.000 ευρώ. Παράλληλα, προβλέπονταν κυρώσεις και για τη χρήση του όρου “ιατρικό” στην επωνυμία κέντρου που δεν διαθέτει την αντίστοιχη άδεια λειτουργίας

Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της συζήτησης. Το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι μόνο αν υπάρχουν κανόνες, αλλά αν οι κανόνες μπορούν να λειτουργήσουν εγκαίρως, αποτελεσματικά και με τρόπο που να προλαβαίνει τη βλάβη αντί να την καταγράφει εκ των υστέρων.

Μετά την υπόθεση Μαζωνάκη, η επικεφαλής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, Αλεξάνδρα Ρογκάκου, αναφέρθηκε δημόσια στη σημασία των καταγγελιών των πολιτών για τον εντοπισμό τέτοιων δομών, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η αντιμετώπισή τους δεν είναι απλή διαδικασία. Όπως ανέφερε, όσοι εμπλέκονται σε τέτοιες δραστηριότητες μπορούν να αξιοποιούν νομικά κενά, ενώ το κλείσιμο μιας παράνομης δομής δεν αποκλείει την επανεμφάνισή της με διαφορετική επωνυμία ή σε άλλη διεύθυνση.

Αυτό μετατοπίζει τη συζήτηση από το ερώτημα “υπάρχει νόμος;” στο πολύ πιο δύσκολο “λειτουργεί ο νόμος όταν πρέπει;”. Γιατί ένας κανόνας που ενεργοποιείται μόνο αφού μια πρακτική έχει αποκτήσει πελατεία, δημόσια προβολή και κοινωνική αποδοχή μπορεί να επιβάλει κυρώσεις. Δεν μπορεί, όμως, να αναιρέσει εύκολα τη ζημιά που έχει ήδη γίνει.

Η πραγματική δοκιμασία, επομένως, δεν είναι μόνο η αυστηρότητα της νομοθεσίας. Είναι η ταχύτητα με την οποία οι αρμόδιοι μηχανισμοί εντοπίζουν, ελέγχουν και σταματούν μια πρακτική όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι κινείται έξω από τα όρια της νόμιμης και τεκμηριωμένης ιατρικής.

Τι δείχνει η επιστημονική έρευνα

Πέρα από τις ελληνικές υποθέσεις, υπάρχει πλέον ένα σημαντικό σώμα διεθνούς επιστημονικής έρευνας που εξετάζει όχι απλώς αν οι λεγόμενες “εναλλακτικές” ή συμπληρωματικές πρακτικές λειτουργούν, αλλά και τι μπορεί να συμβεί όταν χρησιμοποιούνται στη θέση θεραπειών των οποίων η αποτελεσματικότητα έχει τεκμηριωθεί.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα στον καρκίνο. Μελέτη ερευνητών του Yale, που δημοσιεύθηκε το 2018 στο JAMA Oncology, αξιοποίησε δεδομένα από την αμερικανική National Cancer Database και εξέτασε ασθενείς με δυνητικά ιάσιμους καρκίνους του μαστού, του προστάτη, του πνεύμονα και του παχέος εντέρου. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι επέλεξαν συμπληρωματική ιατρική ήταν συχνότερα αρνητικοί απέναντι σε καθιερωμένες θεραπείες και εμφάνιζαν χαμηλότερη πενταετή επιβίωση. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, η χρήση συμπληρωματικής ιατρικής συσχετίστηκε με περίπου διπλάσιο κίνδυνο θανάτου.

Το εύρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζεται η σχέση αυτών των επιλογών με την ίδια την καθιερωμένη θεραπεία. Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι ασθενείς που επέλεξαν συμπληρωματική ιατρική ήταν πολύ πιθανότερο να αρνηθούν χειρουργική επέμβαση, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία ή ορμονοθεραπεία. Και όταν η άρνηση ή η καθυστέρηση της συμβατικής θεραπείας συνυπολογίστηκε στην ανάλυση, η ανεξάρτητη συσχέτιση της συμπληρωματικής ιατρικής με την επιβίωση δεν παρέμενε στατιστικά σημαντική.

Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο της συζήτησης: δεν είναι η ίδια η συμπληρωματική πρακτική που πρέπει να ταυτίζεται αυτομάτως με την αιτία μιας δυσμενούς έκβασης. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος εμφανίζεται όταν μια πρακτική χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο μιας αποτελεσματικής θεραπείας ή οδηγεί τον ασθενή μακριά από αυτήν.

Η ίδια ερευνητική ομάδα είχε βρει ότι ακόμη και μεταξύ ασθενών που χρησιμοποιούσαν συμπληρωματική θεραπεία παράλληλα με τη συμβατική αγωγή, η πενταετής συνολική επιβίωση ήταν 82,2%, έναντι 86,6% σε εκείνους που δεν χρησιμοποιούσαν συμπληρωματική θεραπεία. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, η χρήση της συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου, εύρημα που οι ίδιοι οι ερευνητές συνέδεσαν σε σημαντικό βαθμό με τη μικρότερη προσήλωση στις ενδεδειγμένες θεραπείες.

Τα πιο πρόσφατα δεδομένα ενισχύουν την ανάγκη να εξετάζεται το ζήτημα με όρους τεκμηρίωσης και όχι εντυπώσεων. Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2026 στο JAMA Network Open, με περισσότερες από δύο εκατομμύρια γυναίκες με καρκίνο του μαστού, κατέγραψε σημαντικές διαφορές στην επιβίωση ανάλογα με το είδος της θεραπευτικής προσέγγισης. Η πενταετής συνολική επιβίωση ήταν υψηλότερη στην ομάδα που έλαβε μόνο συμβατική θεραπεία, ενώ χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στις ομάδες που έλαβαν συνδυασμό ή αποκλειστικά συμπληρωματικές/εναλλακτικές προσεγγίσεις.

Η εικόνα, επομένως, δεν είναι ότι κάθε πρακτική που χαρακτηρίζεται “εναλλακτική” έχει την ίδια αποτελεσματικότητα ή τον ίδιο κίνδυνο. Η επιστημονική αξιολόγηση απαιτεί να εξετάζεται κάθε μέθοδος ξεχωριστά, με βάση τις ενδείξεις, την ποιότητα των μελετών και το είδος του προβλήματος που καλείται να αντιμετωπίσει. Αυτό που δεν μπορεί, όμως, να γίνει είναι να εξισωθεί μια προσωπική μαρτυρία ή μια εντυπωσιακή υπόσχεση με το επίπεδο τεκμηρίωσης μιας θεραπείας που έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες.

Και αυτό αφορά πολύ περισσότερα από τον καρκίνο. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει εξετάσει ένα ευρύ φάσμα συμπληρωματικών πρακτικών, από τον βελονισμό και τη χειροπρακτική έως τη γιόγκα, τον διαλογισμό και το μασάζ. Τα δεδομένα δεν οδηγούν σε ένα ενιαίο συμπέρασμα για όλες αυτές τις πρακτικές· άλλες έχουν ερευνηθεί περισσότερο, άλλες λιγότερο και για διαφορετικές παθήσεις. Το κρίσιμο είναι ότι η ένδειξη αποτελεσματικότητας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη επειδή μια μέθοδος είναι δημοφιλής ή επειδή υπάρχουν μεμονωμένες μελέτες που τη στηρίζουν.

Η ζήτηση, πάντως, είναι μεγάλη και αυξάνεται. Σύμφωνα με τα στοιχεία του National Center for Complementary and Integrative Health (NCCIH), το 36,7% των ενηλίκων στις ΗΠΑ δήλωσε το 2022 ότι είχε χρησιμοποιήσει τουλάχιστον μία από επτά συμπληρωματικές προσεγγίσεις που παρακολουθούνται διαχρονικά, από τη γιόγκα και τον διαλογισμό έως το μασάζ, τον βελονισμό, τη χειροπρακτική και τη φυσικοπαθητική. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2002 ήταν 19,2%.

Η ίδια εικόνα δείχνει ότι δεν μιλάμε για ένα περιθωριακό φαινόμενο. Μιλάμε για μια αγορά και μια κουλτούρα υγείας που έχουν αποκτήσει σημαντική κοινωνική απήχηση. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι άνθρωποι θα αναζητήσουν συμπληρωματικές επιλογές. Είναι αν μπορούν να γνωρίζουν με σαφήνεια τι έχει αποδειχθεί, τι παραμένει αβέβαιο και – κυρίως – πότε μια “εναλλακτική” επιλογή παύει να είναι συμπληρωματική και αρχίζει να εκτοπίζει μια θεραπεία που μπορεί να είναι κρίσιμη για τη ζωή τους.

Εκεί βρίσκεται και η πραγματική γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία της επιλογής και στην επικίνδυνη παραπλάνηση: όχι στην ύπαρξη μιας διαφορετικής πρακτικής, αλλά στην υπόσχεση ότι αυτή μπορεί να υποκαταστήσει την επιστήμη χωρίς να πληρωθεί το κόστος της αμφιβολίας.

Η στάση της επιστημονικής κοινότητας – τι συμβουλεύει τους πολίτες

Η διεθνής επιστημονική κοινότητα δεν αντιμετωπίζει συλλήβδην κάθε μη συμβατική πρακτική ως επικίνδυνη ή άχρηστη. Η βασική γραμμή είναι διαφορετική: κάθε μέθοδος πρέπει να αξιολογείται ξεχωριστά, με βάση τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, την αποτελεσματικότητά της και το ενδεχόμενο κινδύνου για τον ασθενή.

Αυτή ακριβώς τη λογική υιοθετεί και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας στη νέα “Παγκόσμια Στρατηγική για την Παραδοσιακή Ιατρική 2025-2034”. Ο ΠΟΥ αναγνωρίζει ότι εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιούν παραδοσιακές και συμπληρωματικές πρακτικές, ταυτόχρονα όμως υπογραμμίζει την ανάγκη για κατάλληλη ρύθμιση και εποπτεία των σχετικών υπηρεσιών. Η προσέγγιση είναι σαφής: η ασφάλεια του πολίτη πρέπει να αποτελεί την αφετηρία, με τη ρύθμιση να λαμβάνει υπόψη το διαφορετικό προφίλ κινδύνου κάθε πρακτικής.

Την ίδια στιγμή, διεθνώς έχει αναπτυχθεί ένα ενεργό ρεύμα γιατρών και ερευνητών που εστιάζει στην αξιολόγηση πρακτικών οι οποίες παρουσιάζονται ως ιατρικές χωρίς να διαθέτουν αντίστοιχη επιστημονική τεκμηρίωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Science-Based Medicine, μια πλατφόρμα που εξετάζει κριτικά πρακτικές από τη λεγόμενη “λειτουργική ιατρική” έως διάφορες εναλλακτικές προσεγγίσεις στη θεραπεία σοβαρών ασθενειών.

Για τον πολίτη, πάντως, το μήνυμα της επιστήμης δεν χρειάζεται να είναι περίπλοκο και δυσνόητο. Προς τούτο υπάρχουν ορισμένα βασικά σημεία που μπορούν να λειτουργήσουν ως στοιχειώδεις δικλίδες ασφαλείας:

  • Πρώτον, η ιδιότητα και η ειδικότητα του επαγγελματία υγείας πρέπει να μπορούν να επιβεβαιωθούν από επίσημη πηγή, όπως το Εθνικό Μητρώο Ιατρών ή ο οικείος Ιατρικός Σύλλογος. Η παρουσία ενός προσώπου στα μέσα ενημέρωσης, στα κοινωνικά δίκτυα ή σε συνέδρια δεν αποτελεί από μόνη της πιστοποίηση ιατρικής εξειδίκευσης.
  • Δεύτερον, χρειάζεται αυξημένη προσοχή όταν μια επεμβατική ιατρική πράξη συνοδεύεται από γενικόλογες υποσχέσεις για “αποτοξίνωση”, “αναζωογόνηση”, “κυτταρική αναγέννηση” ή “κβαντική θεραπεία”. Η ορολογία μπορεί να ακούγεται επιστημονική, όμως αυτό που έχει σημασία είναι αν η συγκεκριμένη πράξη έχει σαφή ιατρική ένδειξη, ποια είναι τα διαθέσιμα δεδομένα και ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος.
  • Τρίτον, μια μη τεκμηριωμένη προσέγγιση δεν θα πρέπει να οδηγεί τον ασθενή στην εγκατάλειψη ή την καθυστέρηση μιας θεραπείας που έχει αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα. Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη κόκκινη γραμμή. Η συμπληρωματική φροντίδα είναι διαφορετικό ζήτημα από την υποκατάσταση της ιατρικής θεραπείας.
  • Τέταρτον, πριν από μια επεμβατική πράξη που παρουσιάζεται ως “πρωτοποριακή”, ιδιαίτερα όταν αφορά σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή πάθηση, η δεύτερη ιατρική γνώμη δεν αποτελεί υπερβολή αλλά αυτονόητη ανάγκη. Είναι ένας απλός τρόπος να ελεγχθούν η διάγνωση, η ένδειξη, οι εναλλακτικές επιλογές και τα πραγματικά οφέλη και ρίσκα της προτεινόμενης παρέμβασης.

Επιπρόσθετα, υπάρχει μία ακόμη βασική προϋπόθεση: ο θεράπων γιατρός πρέπει να γνωρίζει κάθε συμπληρωματική ή εναλλακτική πρακτική που χρησιμοποιεί ο ασθενής. Δεν πρόκειται για ζήτημα “στρατοπέδων” ανάμεσα στη συμβατική και την εναλλακτική ιατρική. Πρόκειται για ζήτημα ενημέρωσης και ασφάλειας. Μια πρακτική που συνδυάζεται με την ιατρική θεραπεία δεν μπορεί να αξιολογηθεί σωστά εάν ο γιατρός δεν γνωρίζει ότι εφαρμόζεται.

Τελικά, η επιστημονική θέση είναι λιγότερο απόλυτη και περισσότερο απαιτητική απ’ όσο συχνά παρουσιάζεται. Δεν ισχυρίζεται ότι κάθε τι μη συμβατικό είναι απαγορευμένο ή άχρηστο. Αντίθετα, υπογραμμίζει ότι κάθε θεραπευτικός ισχυρισμός πρέπει να περνά από το ίδιο φίλτρο: τι αποδείξεις υπάρχουν, ποια είναι η ένδειξη, ποιοι είναι οι κίνδυνοι και τι συμβαίνει όταν η πρακτική υποκαθιστά μια θεραπεία που έχει αποδεδειγμένα οφέλη.

Γιατί στην υγεία η ελευθερία της επιλογής έχει ουσιαστικό νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από πραγματική ενημέρωση. Και η ενημέρωση δεν μπορεί να βασίζεται στην αυτοπεποίθηση του θεραπευτή, στη δημοφιλία μιας μεθόδου ή στον αριθμό των ακολούθων της. Χρειάζεται στοιχεία, διαφάνεια και – πάνω απ’ όλα – τη δυνατότητα του πολίτη να γνωρίζει πού τελειώνει η επιστημονική γνώση και πού αρχίζει η υπόσχεση.

Το σύστημα ήδη “έβλεπε” αλλά δεν αρκούσε

Ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα που αφήνει πίσω της η υπόθεση δεν είναι αν υπήρχαν μηχανισμοί ελέγχου, αυτό επιβεβαιώνεται. Είναι εάν ήταν αρκετοί για να εντοπίσουν εγκαίρως αυτό που, εκ των υστέρων, μοιάζει προφανές.

Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών διενεργεί περισσότερους από 300 πειθαρχικούς ελέγχους γιατρών κάθε χρόνο και δέχεται περίπου 250 καταγγελίες ετησίως για υποθέσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, παράνομες ενέργειες, αμφιλεγόμενες εναλλακτικές πρακτικές και περιπτώσεις αμέλειας. Κι όμως, σύμφωνα με δημοσιεύματα, στο συγκεκριμένο ιατρείο της οδού Καρνεάδου είχαν προηγηθεί τρεις έλεγχοι χωρίς να προκύψει πρόβλημα. Αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να αποδοθεί ευθύνη ή αμέλεια στους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Ωστόσο, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητά τους.

Ταυτόχρονα αναδεικνύεται και ένα ουσιαστικό θεσμικό ζήτημα: πόσο εύκολα μπορεί η δημόσια εικόνα ενός επαγγελματία να δημιουργήσει μια αίσθηση αξιοπιστίας που δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί στην πράξη;

Επαγγελματικός τίτλος, παρουσία σε συνέδρια, δημόσιες ομιλίες, προβολή στα μέσα ενημέρωσης και έντονη δραστηριότητα στα social media μπορούν να δημιουργήσουν ένα ισχυρό κοινωνικό κεφάλαιο αξιοπιστίας. Η εικόνα αυτή επηρεάζει τον πολίτη, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και ως έμμεσος δείκτης αξιοπιστίας σε ένα σύστημα που καλείται να αξιολογήσει την ουσία και όχι τη δημόσια προβολή.

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ανησυχητικό σημείο. Αν ένας πολίτης δυσκολεύεται να διακρίνει την επιστημονική εγκυρότητα πίσω από μια πειστική δημόσια εικόνα, αυτό είναι αναμενόμενο. Αν όμως η ίδια εικόνα μπορεί να δυσκολεύει και τον θεσμικό έλεγχο, τότε το ζήτημα παύει να αφορά μόνο την ατομική κρίση. Αφορά την ικανότητα του ίδιου του συστήματος να διακρίνει την πραγματική συμμόρφωση από την επίφαση νομιμότητας.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να υπάρχουν απλώς έλεγχοι. Θα πρέπει να έχουν την ικανότητα να εντοπίζουν και τις νέες μορφές με τις οποίες μια πρακτική παρουσιάζεται ως νόμιμη, επιστημονική ή ασφαλής. Και τούτο διότι οι πολίτες δεν έχουν ούτε τα εργαλεία ούτε την πρόσβαση στα στοιχεία ενός θεσμικού ελεγκτικού μηχανισμού. Η απαίτηση, λοιπόν, να κάνει μόνος του τον έλεγχο που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει εγκαίρως το ίδιο το σύστημα δεν είναι απλώς δύσκολη. Είναι άδικη.

Δύο μελέτες περίπτωσης: “Dr. Kontos” και Belle Gibson

Για να αντιληφθούμε πόσο εύκολα η εικόνα μπορεί να υποκαταστήσει την απόδειξη, αρκεί να μελετήσουμε δύο χαρακτηριστικές υποθέσεις: μία ελληνική και μία διεθνή.

Η ελληνική προειδοποίηση: Νίκος Κοντοστάθης, γνωστός ως “Δόκτορας Κόντος”

Επί σειρά ετών, χωρίς να έχει καμία σχέση με την ιατρική επιστήμη, ο Νίκος Κοντοστάθης παρουσιαζόταν ως κορυφαίος ογκολόγος που είχε δήθεν “νικήσει τον καρκίνο” και μπορούσε να θεραπεύσει ακόμη και τη σκλήρυνση κατά πλάκας. Σε βαριά πάσχοντες ασθενείς χορηγούσε βότανα και ειδικές διατροφικές αγωγές έναντι υψηλής αμοιβής, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, τους έπειθε να διακόψουν τις συμβατικές θεραπείες τους και να στραφούν σε μη τεκμηριωμένες εναλλακτικές πρακτικές.

Η υπόθεση έδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο πού μπορεί να οδηγήσει η κατασκευή μιας ψευδούς ιατρικής αυθεντίας όταν συναντά την ευαλωτότητα ανθρώπων που αντιμετωπίζουν σοβαρές ασθένειες.

Τον Νοέμβριο του 2022, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο τον έκρινε ομόφωνα ένοχο για επτά ανθρωποκτονίες – μεταξύ των οποίων δύο ανήλικων παιδιών – και έξι απόπειρες ανθρωποκτονίας. Καταδικάστηκε σε οκτώ φορές ισόβια κάθειρξη και επιπλέον 50 χρόνια φυλάκισης.

Κατά την απολογία του, είχε υποστηρίξει ότι δεν ήταν ο ίδιος που αποφάσιζε ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, αλλά μια ανώτερη δύναμη. Μια δήλωση που συμπυκνώνει, με τον πιο ωμό τρόπο, ένα γνώριμο μοτίβο: όταν η αυθεντία δεν στηρίζεται σε επιστημονική γνώση, η ευθύνη μπορεί εύκολα να μετατίθεται αλλού, στη μοίρα, στην ασθένεια ή σε μια δύναμη έξω από τον ίδιο τον “θεραπευτή”.

Η διεθνής προειδοποίηση: Belle Gibson και η “σκοτεινή αγορά” της ευεξίας

Στο διεθνές γίγνεσθαι η υπόθεση που άφησε ισχυρό αποτύπωμα ήταν εκείνη της Αυστραλής influencer Belle Gibson, η οποία τη δεκαετία του 2010 οικοδόμησε μια παγκόσμια καριέρα ως wellness guru, ισχυριζόμενη ψευδώς ότι είχε θεραπεύσει καρκίνο του εγκεφάλου μέσω διατροφής και “φυσικών” θεραπειών.

Η ιστορία της απέκτησε εντυπωσιακές διαστάσεις: περισσότερους από 300.000 followers, μια εφαρμογή που η Apple ανέδειξε ως καλύτερη εφαρμογή διατροφής και συμβόλαιο βιβλίου με τον εκδοτικό οίκο Penguin. Το 2015 αποκαλύφθηκε ότι δεν είχε ποτέ καρκίνο. Δύο χρόνια αργότερα, αυστραλιανό ομοσπονδιακό δικαστήριο της επέβαλε πρόστιμο 410.000 δολαρίων Αυστραλίας για παραπλανητική συμπεριφορά, το οποίο, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν έχει ακόμη καταβληθεί.

Η υπόθεση επανήλθε στη δημόσια συζήτηση μέσα από τη σειρά του Netflix “Apple Cider Vinegar”, που βασίστηκε στο βιβλίο “The Woman Who Fooled The World”. Δεν είναι, όμως, μόνο μια ιστορία για μια influencer που είπε ψέματα. Είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση του τρόπου με τον οποίο η προσωπική αφήγηση, η εικόνα και η ψηφιακή δημοφιλία μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερο βάρος από την επιστημονική τεκμηρίωση.

Ερευνήτρια του City St George’s, University of London, αναλύοντας την υπόθεση, επισήμανε ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: σε ένα περιβάλλον χαμηλής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, η “βιωμένη εμπειρία” μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία από τη θεσμική εξειδίκευση. Ο άνθρωπος που μιλά με βεβαιότητα για όσα “έζησε” μπορεί να εμφανίζεται πιο πειστικός από τον ειδικό που μιλά με όρους πιθανότητας, περιορισμών και επιστημονικών δεδομένων.

Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι το φαινόμενο δεν σταμάτησε με την αποκάλυψη της Gibson. Αντίθετα, η ψηφιακή οικονομία της προσοχής δημιούργησε ακόμη περισσότερες δυνατότητες διάδοσης τέτοιων αφηγήσεων. Πλέον, ένα βίντεο στο TikTok μπορεί να συγκεντρώσει εκατομμύρια προβολές χωρίς ο δημιουργός του να χρειάζεται να έχει προηγουμένως χτίσει μια πολυετή δημόσια παρουσία.

Αυτό είναι και το σημείο όπου οι δύο υποθέσεις συναντούν την ελληνική πραγματικότητα. Από τον “Δόκτορα Κόντο” μέχρι τη Belle Gibson, το κοινό μοτίβο δεν είναι η ίδια μέθοδος ούτε το ίδιο είδος απάτης. Είναι η κατασκευή εμπιστοσύνης χωρίς αντίστοιχη επιστημονική βάση.

Η διαφορά στην υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη είναι τραγική: εδώ το τίμημα δεν αφορά μόνο χρήματα, φήμη ή εξαπάτηση. Αφορά μια ανθρώπινη ζωή. Και αυτό δείχνει πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η ίδια δυναμική όταν η πειστική αφήγηση, η δημόσια εικόνα και η ανάγκη για ελπίδα αποκτούν μεγαλύτερο βάρος από την επιστημονική τεκμηρίωση.

Γιατί “πιάνει” η μηχανική της πειθούς

Το πιο ουσιαστικό ερώτημα, που αναδύεται δεν είναι γιατί υπάρχουν άνθρωποι που υπόσχονται θεραπεία εκεί όπου η επιστήμη δεν μπορεί να την εγγυηθεί αλλά γιατί βρίσκουν τόσο εύκολα ανθρώπους να τους πιστέψουν.

Η απάντηση απλή και προφανής. Γιατί η αγορά της “εναλλακτικής” θεραπείας δεν πουλάει μόνο μεθόδους. Πουλάει κάτι πολύ πιο ελκυστικό: την ψευδαίσθηση ότι η αβεβαιότητα έχει τελειώσει.

Και αυτή είναι μια γλώσσα που δεν υιοθετείται από την επίσημη ιατρική. Η επιστήμη λέει “δεν γνωρίζουμε ακόμη”, “χρειάζονται εξετάσεις”, “τα δεδομένα δεν επαρκούν”, “υπάρχουν κίνδυνοι”. Είναι η γλώσσα της τεκμηρίωσης, αλλά σε έναν άνθρωπο που φοβάται μπορεί να ακούγεται ψυχρή, αργή και ανεπαρκής.

Ο “εναλλακτικός γιατρός”, αντίθετα, έχει έτοιμη απάντηση. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι γνωρίζει περισσότερα. Χρειάζεται να δείχνει ότι δεν αμφιβάλλει ποτέ. Και αυτό είναι το πρώτο μεγάλο πλεονέκτημα της πειθούς: η βεβαιότητα μοιάζει με γνώση, ακόμη κι όταν δεν είναι.

Κάθε ασθενής που αναζητά βοήθεια μπορεί να φοβάται τον καρκίνο, τη γήρανση, την απώλεια της γονιμότητας, μια χρόνια πάθηση ή απλώς την αίσθηση ότι χάνει τον έλεγχο της ζωής του. Σε αυτή την κατάσταση, η υπόσχεση μιας λύσης δεν ακούγεται ως διαφήμιση. Ακούγεται ως έξοδος κινδύνου.

Έτσι δημιουργείται ένας επικίνδυνος μηχανισμός: όσο μεγαλύτερη είναι η αγωνία, τόσο μεγαλύτερη η αξία της βεβαιότητας. Και όσο μεγαλύτερη η αξία της βεβαιότητας, τόσο πιο εύκολα η πειστική αφήγηση υποκαθιστά την απόδειξη.

Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν αφορά καν μια ιατρική πράξη. Δημοσιογράφος περιέγραψε δημόσια την προσωπική της εμπειρία από συνεδρία με υπνοθεραπευτή που φέρεται να είχε στενή σχέση με το συγκεκριμένο ιατρείο, αναφέροντας ότι κατά τη διάρκειά της ένιωσε απώλεια ελέγχου στα άκρα της.

Η μαρτυρία αυτή ανοίγει ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα από το τι ακριβώς συνέβη σε μία συνεδρία. Ποιος ελέγχει αυτές τις πρακτικές; Με ποια προσόντα ασκούνται; Ποιος πιστοποιεί την ασφάλειά τους; Και κυρίως: πότε μια πρακτική ευεξίας αρχίζει να παρουσιάζεται ως θεραπεία;

Γιατί εκεί βρίσκεται η γκρίζα ζώνη στην οποία ανθίζει η αγορά της βεβαιότητας. Μια πρακτική μπορεί να αποκτήσει επαγγελματικό περιτύλιγμα, επιστημονικοφανή ορολογία, παρουσία στα social media και την αίγλη μιας «πρωτοποριακής» προσέγγισης. Και ξαφνικά, αυτό που ξεκίνησε ως προσωπική εμπειρία ή πρακτική ευεξίας εμφανίζεται στο κοινό σαν θεραπευτική επιλογή.

Το marketing κάνει τη δουλειά του: πρώτα δημιουργεί την εικόνα, μετά την οικειότητα και στο τέλος την εμπιστοσύνη. Και κάπως έτσι αμφιβόλου έως καθόλου αξιόπιστες πρακτικές γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής ανθρώπων που επιζητούν την ασφάλεια και την επιβεβαίωση ότι υπάρχει λύση στο πρόβλημά τους. Αντίθετα, η επιστημονική τεκμηρίωση, αν έρθει ποτέ, έρχεται τελευταία.

Αυτός είναι ο πυρήνας της μηχανικής της πειθούς: δεν χρειάζεται να πείσεις τον άνθρωπο ότι έχεις αποδείξεις. Αρκεί να τον κάνεις να αισθανθεί ότι δεν χρειάζεται άλλες.

Και όταν η ανάγκη για ελπίδα συναντά την εμπορευματοποιημένη βεβαιότητα, η απόσταση από την “εναλλακτική” θεραπεία μέχρι την επικίνδυνη αυταπάτη μπορεί να γίνει πολύ μικρή.

Η ευθύνη που “εντέχνως” μετατίθεται: επώνυμοι και μέσα

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι δύο γιατροί που εμπλέκονται στην υπόθεση είχαν ήδη αποκτήσει δημόσια παρουσία πριν από την τραγωδία. Είχαν δώσει συνεντεύξεις, είχαν εμφανιστεί σε συνέδρια και είχαν παρουσιάσει μεθόδους που προκαλούσαν ερωτήματα, φτάνοντας, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, να υπόσχονται ακόμη και μείωση της βιολογικής ηλικίας κατά οκτώ χρόνια.

Κι όμως, η δημόσια έκθεση δεν συνοδεύτηκε, τουλάχιστον εγκαίρως, από αντίστοιχη δημόσια διερεύνηση. Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο βολικά κενά του συστήματος: η δημοσιότητα μπορεί να προηγείται του ελέγχου και η καταγγελία να έρχεται μόνο όταν έχει ήδη συμβεί το κακό. Πρώτα η συνέντευξη, η τηλεοπτική παρουσία και η επανάληψη του προσώπου και της μεθόδου. Μετά η καταγγελία. Και, κάποτε, η τραγωδία.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο εκείνους που εμφανίζονται ως “ειδικοί”, αλλά και εκείνους που τους προσφέρουν το μικρόφωνο. Πρωινές και lifestyle εκπομπές φιλοξενούν συχνά πρόσωπα που παρουσιάζονται ως ειδικοί, χωρίς ο τηλεθεατής να γνωρίζει πάντοτε την ακριβή ειδικότητά τους, τα επαγγελματικά τους προσόντα ή πού τελειώνει η επιστημονική πρακτική και πού αρχίζει η εμπορική υπόσχεση. Η τηλεοπτική εικόνα, όμως, έχει μια ιδιότητα που δεν αποτυπώνεται σε κανένα πτυχίο: παράγει οικειότητα και, μαζί της, αξιοπιστία.

Ανάλογο ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν και οι επώνυμοι. Δημόσια πρόσωπα, καλλιτέχνες και influencers μπορεί, συνειδητά ή όχι, να δανείζουν τη δική τους αξιοπιστία σε ανθρώπους και πρακτικές που δεν διαθέτουν την επιστημονική κατάρτιση για να αξιολογήσουν. Μια προσωπική εμπειρία μετατρέπεται εύκολα σε σύσταση και η σύσταση ενός αναγνωρίσιμου προσώπου μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα από την ίδια την επιστημονική τεκμηρίωση.

Ο μηχανισμός δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Διεθνώς, το biohacking και η βιομηχανία της μακροζωίας δείχνουν πόσο εύκολα η δημοσιότητα μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση επιστημονικής εγκυρότητας. Η προβολή δεν αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα· στα social media, όμως, συχνά λειτουργεί σαν να την αποδεικνύει.

Ακόμη πιο οδυνηρή είναι η διάσταση που αφορά την ίδια την υπόθεση Μαζωνάκη. Πρόσωπο από το περιβάλλον του τραγουδιστή έχει δηλώσει δημόσια ότι ο ίδιος δεν πίστευε σε υπνωτιστές και ασκούσε κριτική στις παραϊατρικές μεθόδους. Εφόσον η συγκεκριμένη εκδοχή επιβεβαιωθεί, προσθέτει μια ακόμη τραγική διάσταση στην υπόθεση: κανείς δεν είναι απολύτως προστατευμένος από έναν μηχανισμό πειθούς που εκμεταλλεύεται την ανάγκη για ελπίδα.

Υπάρχει, όμως, και η ευθύνη των μέσων ενημέρωσης, που απαιτεί αυτοκριτική. Μετά τον θάνατο του τραγουδιστή, δημοσιογραφική ανάλυση μίλησε για “δημοσιογραφικό κανιβαλισμό”, επικρίνοντας τον τρόπο με τον οποίο μέρος του Τύπου διαχειρίστηκε την τραγωδία και την ασφυκτική δημόσια έκθεση της οικογένειας.

Η κριτική αυτή, ωστόσο, δεν αναιρεί την ευθύνη που μπορεί να υπήρχε πριν από την τραγωδία. Όταν ένα μέσο φιλοξενεί έναν “ειδικό” χωρίς να ελέγξει στοιχειωδώς τα προσόντα του και αργότερα τον αντιμετωπίζει ως ύποπτο ή καταγγελλόμενο, έχει συμμετάσχει – έστω άθελά του – στη δημιουργία της δημόσιας εικόνας που στη συνέχεια καλείται να αποδομήσει.

Η δημοσιογραφική ευθύνη, επομένως, δεν αρχίζει όταν ξεσπά το σκάνδαλο. Αρχίζει όταν κάποιος μπαίνει στο στούντιο και συστήνεται ως ειδικός. Η πρώτη ερώτηση δεν είναι μόνο “τι υπόσχεστε;”, αλλά “ποιος είστε, ποια είναι η ακριβής ειδικότητά σας και ποια επιστημονική τεκμηρίωση στηρίζει αυτό που λέτε;” Και όταν αυτές οι ερωτήσεις δεν τίθενται εγκαίρως, η τηλεοπτική παρουσία γίνεται πιστοποιητικό, η επωνυμία διαπιστευτήριο και η επανάληψη απόδειξη.

Και τότε, όταν έρθει η τραγωδία, όλοι αναζητούν τον υπεύθυνο. Ο θεραπευτής δείχνει αλλού. Ο επώνυμος λέει ότι απλώς μοιράστηκε μια εμπειρία. Το μέσο επικαλείται ότι “φιλοξενούσε μια άποψη”. Μόνο που η αξιοπιστία δεν εμφανίστηκε μόνη της. Χτίστηκε δημόσια και κάποιος της έδωσε το βήμα.

Η “σκοτεινή αγορά της αιώνιας νεότητας” και η εκ των υστέρων αφύπνιση της Πολιτείας

Η τραγική απώλεια του Γιώργου Μαζωνάκη δεν αποκάλυψε απλώς τις παθογένειες μιας μεμονωμένης πρακτικής. Έφερε στην επιφάνεια μια ολόκληρη αγορά που εμπορεύεται την αγωνία του ανθρώπου απέναντι στον χρόνο και πουλά, με επιστημονικοφανές περιτύλιγμα, την υπόσχεση της αιώνιας νεότητας.

Μπότοξ, λέιζερ, μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, “θεραπείες” και πρακτικές αμφίβολης επιστημονικής βάσης συνωστίζονται σε μια γκρίζα ζώνη όπου η αισθητική, η ευεξία και η ιατρική πράξη συχνά εμφανίζονται ως ένα και το αυτό. Και κάπου εκεί, ο πολίτης καλείται να ξεχωρίσει μόνος του την επιστήμη από το μάρκετινγκ.

Γιατροί που παρενέβησαν δημόσια μετά τον θάνατο του τραγουδιστή μίλησαν για ευθεία εξαπάτηση των ασθενών όταν διαφημίζονται ή εφαρμόζονται θεραπείες μέσω μηχανημάτων χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση. Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται στην ύπαρξη κάποιων επιτήδειων που εκμεταλλεύονται την ανάγκη ή την ανασφάλεια των ανθρώπων. Αφορά ένα ολόκληρο επιχειρηματικό μοντέλο που μπορεί να μετατρέπει την ελπίδα σε προϊόν και την επιστημονική αβεβαιότητα σε εμπορικό πλεονέκτημα.

Μετά τον θάνατο του Μαζωνάκη, ο υπουργός Υγείας ανακοίνωσε την πρόθεση σύγκλησης των αρμόδιων φορέων – μεταξύ άλλων του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, του ΙΣΑ και του ΕΚΠΑ – με στόχο την αυστηροποίηση του πλαισίου απέναντι σε παραπλανητικές και ψευδοεπιστημονικές πρακτικές. Παράλληλα, αναγνώρισε δημοσίως μια διαχρονική πραγματικότητα: κομπογιαννίτες υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν θα εξαφανιστούν. Είναι γιατί ένα σύστημα ελέγχου τους επιτρέπει να δρουν επί χρόνια μέχρι να χρειαστεί ένα τραγικό περιστατικό για να στραφεί πάνω τους ο προβολέας.

Γιατί αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα: η Πολιτεία εμφανίζεται να θυμάται την εποπτεία αφού έχει προηγηθεί η καταστροφή. Η θεσμική αντίδραση ενεργοποιείται εκ των υστέρων, όταν το γεγονός έχει ήδη γίνει πρωτοσέλιδο, αντί να λειτουργεί προληπτικά απέναντι σε πρακτικές που είναι δημόσιες, διαφημιζόμενες και ορατές επί χρόνια.

Και τότε γεννιέται το πιο δυσάρεστο ερώτημα: πόσα ακόμη “καμπανάκια” πρέπει να αγνοηθούν μέχρι να ηχήσει η σειρήνα; Γιατί όταν μια αγορά μπορεί να υπόσχεται θαύματα μπροστά στα μάτια των αρμόδιων αρχών, η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται αποκλειστικά στον “εύπιστο” πολίτη. Η προστασία του ασθενή δεν αρχίζει μετά την τραγωδία. Ούτε η επιστημονική τεκμηρίωση αποκτά αξία μόνο όταν ένας άνθρωπος έχει ήδη πληρώσει το τίμημα.

Η παγκόσμια εικόνα

Όλα τα ως άνω αναφερόμενα δεν αποτελούν ελληνική ιδιομορφία. Η υπόθεση Μαζωνάκη είναι απλώς η πιο πρόσφατη και τραγική υπενθύμιση ενός φαινομένου που έχει ξεφύγει προ πολλού από τα όρια μιας περιθωριακής αγοράς. Η βιομηχανία της “ευεξίας”, της αντιγήρανσης και των εναλλακτικών θεραπειών έχει εξελιχθεί σε παγκόσμια οικονομική δύναμη και τα social media έχουν λειτουργήσει ως ο ιδανικός επιταχυντής της.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, περίπου το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού χρησιμοποιεί κάποια μορφή παραδοσιακής, συμπληρωματικής ή ολιστικής ιατρικής, συχνά παράλληλα με τη συμβατική περίθαλψη. Το μέγεθος αυτό από μόνο του δείχνει ότι δεν μιλάμε για μια περιθωριακή συμπεριφορά. Μιλάμε για μια παγκόσμια πραγματικότητα, στην οποία η ανάγκη για υγεία, πρόληψη, ευεξία και – όλο και περισσότερο – για παράταση της νεότητας έχει μετατραπεί σε τεράστια αγορά.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Η παγκόσμια οικονομία ευεξίας ανήλθε το 2024 στα 6,8 τρισ. δολάρια και προβλέπεται να φτάσει τα 9,8 τρισ. έως το 2029. Παράλληλα, η αγορά της “συμπληρωματικής και εναλλακτικής ιατρικής”, με σαφώς στενότερο ορισμό, εκτιμάται σε περίπου 193 δισ. δολάρια το 2025 και προβλέπεται, σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις αγοράς, να ξεπεράσει το 1,4 τρισ. δολάρια έως το 2035.

Το ενδιαφέρον – και ταυτόχρονα το πρόβλημα – βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο κάθε χώρα επιλέγει να διαχειριστεί αυτή την πραγματικότητα. Η Γερμανία, για παράδειγμα, έχει θεσμοθετήσει από το 1939 το επάγγελμα του “Heilpraktiker”, του μη ιατρού θεραπευτή, με ειδικές εξετάσεις και συγκεκριμένους περιορισμούς. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οργανώσεις όπως η HealthSense έχουν εδώ και δεκαετίες αναλάβει να αναδεικνύουν δημόσια πρακτικές που δεν στηρίζονται σε επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση. Στις ΗΠΑ, όπου η οικονομία ευεξίας έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, η συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στην επιστημονική ιατρική, την εναλλακτική θεραπεία και την εμπορική εκμετάλλευση της υγείας έχει φτάσει και στο επίπεδο της δημόσιας πολιτικής.

Πίσω, όμως, από τις διαφορετικές νομοθεσίες και τα διαφορετικά μοντέλα εποπτείας υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής: η αγορά έχει γίνει ταχύτερη από τον έλεγχο.  Στο διαδίκτυο, μια προσωπική ιστορία μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη πειστικότητα από μια κλινική μελέτη. Ένα βίντεο “πριν και μετά” μπορεί να γίνει πιο πειστικό από μια επιστημονική δημοσίευση. Και ένας influencer μπορεί, μέσα σε λίγες ώρες, να προσδώσει κύρος σε μια πρακτική που η επιστήμη έχει ήδη θέσει υπό αμφισβήτηση.

Οι αλγόριθμοι δεν αξιολογούν την επιστημονική εγκυρότητα. Ανταμείβουν την προσοχή. Και η αγορά της υγείας έχει μάθει να παράγει ακριβώς αυτό που τραβά την προσοχή: εντυπωσιακές υποσχέσεις, γρήγορα αποτελέσματα και την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει ένα “μυστικό” που οι υπόλοιποι δεν γνωρίζουν.

Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της εποχής. Η επιστήμη προχωρά με αμφιβολίες, ελέγχους, μελέτες και αναθεωρήσεις. Η αγορά, αντίθετα, πουλά βεβαιότητα.

Και όσο η πρώτη χρειάζεται χρόνο για να αποδείξει τι πραγματικά λειτουργεί, η δεύτερη χρειάζεται μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να το υποσχεθεί.

Εν κατακλείδι

Την υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη δεν μπορούμε να την προσλάβουμε μόνο ως την ιστορία ενός καλλιτέχνη, ενός επωνύμου που ενδεχομένως υπερέβη τα όρια της επιστήμης και της δεοντολογίας. Είναι η ιστορία ενός ολόκληρου οικοσυστήματος που άφησε χώρο να ανθίσει μια παράλληλη, ψευδοεπιστημονική αγορά υγείας, δημόσια, απροκάλυπτα και για χρόνια.

Τα σημάδια δεν έλειπαν. Ο “Δόκτορας Κόντος” καταδικάστηκε το 2022 για επτά ανθρωποκτονίες. Ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος είχε ήδη προειδοποιήσει εγγράφως από το 2021. Εκατοντάδες καταγγελίες έχουν καταγραφεί. Στην Αυστραλία, η υπόθεση της Belle Gibson έδειξε πόσο δύσκολο μπορεί να αποδειχθεί ακόμη και εκ των υστέρων η επιβολή μιας δικαστικής κύρωσης.

Κι όμως, το βασικό πρόβλημα παραμένει: πώς άνθρωποι χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική ιδιότητα μπορούν να αποκτούν δημόσια αξιοπιστία, πελατεία και πρόσβαση σε ανθρώπους που αναζητούν απαντήσεις για την υγεία τους.

Η ποινική ή επαγγελματική ευθύνη όσων παραβιάζουν τον νόμο ή τους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας είναι αυτονόητα προσωπική και αποτελεί υπόθεση της Δικαιοσύνης.

Το ευρύτερο ερώτημα, όμως, αφορά όλους τους υπόλοιπους κρίκους της αλυσίδας. Τους θεσμούς που μπορεί να είχαν ενδείξεις αλλά δεν παρενέβησαν. Τα μέσα που προσέφεραν προβολή χωρίς τον στοιχειώδη έλεγχο. Τα δημόσια πρόσωπα που δάνεισαν την αναγνωρισιμότητα και το κύρος τους. Και μια κοινωνία που, στην εποχή της εικόνας, κινδυνεύει να συγχέει την αναγνωρισιμότητα με την αξιοπιστία και την αυτοπεποίθηση με την επιστημονική επάρκεια.

Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος εξαπάτησε ποιον. Είναι πώς μια τέτοια εξαπάτηση μπόρεσε να αποκτήσει χώρο, κύρος και διάρκεια.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι καμία αγορά που κινείται στα όρια της επιστήμης και της παραπλάνησης δεν αυτορυθμίζεται απλώς επειδή κάποια στιγμή αποκαλύπτεται. Χρειάζεται έλεγχος πριν από την καταστροφή, διαφάνεια πριν από το σκάνδαλο και λογοδοσία πριν από την τραγωδία.

Γιατί η πραγματική αποτυχία ενός συστήματος δεν είναι ότι κάποτε δεν κατάφερε να προβλέψει το κακό. Είναι ότι, ενώ τα προειδοποιητικά σημάδια ήταν ορατά, δεν έκανε όσα χρειαζόταν για να το αποτρέψει.

Και τότε η ερώτηση που μένει δεν είναι αν θα υπάρξει η επόμενη υπόθεση. Είναι αν, μέχρι να έρθει, θα έχουμε επιτέλους φροντίσει να μη χρειάζεται ένας ακόμη άνθρωπος για να ενεργοποιηθεί το σύστημα.

Το άρθρο βασίστηκε σε τεκμήρια από: Ελληνικές Ειδησεογραφικές Ιστοσελίδες, Healthdaily.gr, Όλο Υγεία, Ένωση Ελλήνων, Ένωση Ελλήνων Φυσικών, Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία, Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ελλάδος, Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών, Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Υπουργείο Υγείας, Journal of the National Cancer Institute, JAMA Oncology, JAMA Network Open, Cochrane Collaboration, National Center for Complementary and Integrative Health / NIH, World Health Organization, Global Wellness Institute, Precedence Research, Science–Based Medicine, HealthSense UK, City St George‘s University of London, McCabe Centre for Law and Cancer, Biography.com, Variety, Time, Rolling Stone.

After Dark News 728 150

Σχετικά άρθρα

Δημοσίευση από:Newsroom
Σεπ. 20, 2026
Aνάγνωση σε
11
λ.
Το Θαύμα Πουλάει: Πώς Η Βεβαιότητα Έγινε Εμπόρευμα

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη ανοίγει μια μεγαλύτερη συζήτηση: πώς η ανάγκη για εύκολες απαντήσεις, η δύναμη των επωνύμων, η τηλεοπτική προβολή και τα κενά εποπτείας μπορούν να μετατρέψουν την υπόσχεση σε αυθεντία και την αμφιβολία σε μειονέκτημα

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούν. 2, 2026
Aνάγνωση σε
33
λ.
Γιώργος Παπαπροδρόμου: Ο Άνθρωπος Παραμένει Το Μεγαλύτερο Ρίσκο Και Η Ισχυρότερη Άμυνα Στην Κυβερνοασφάλεια

Ο πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος μιλά για τις σύγχρονες απειλές, την ανάγκη οικοδόμησης ψηφιακής ανθεκτικότητας και εξηγεί γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση είναι βαθιά πολιτισμική

Δημοσίευση από:Newsroom
Μάι. 19, 2026
Aνάγνωση σε
17
λ.
Τάσος Καραθεόδωρος: Aν Θες Να Πας Γρήγορα Πήγαινε Μόνος Σου. Αν Θες Να Πας Μακριά Πρέπει Να Πάμε Μαζί

Πώς μια ιδέα που γεννήθηκε στην καραντίνα εξελίχθηκε σε ένα δυναμικό σχήμα συμβουλευτικής, με έμφαση στην ειλικρίνεια, τη συνεργασία και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Δημοσίευση από:Newsroom
Απρ. 22, 2026
Aνάγνωση σε
14
λ.
Σάκης Κολλάτος: Το Στοίχημα Είναι Η Δημοτική Αρχή Να Ακούει Πραγματικά Τον Πολίτη

Ο επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Καθημερινότητας μιλά στο After Dark News για τις προκλήσεις της πόλης και το όραμα για μια Αθήνα που θέτει τους κατοίκους της στο επίκεντρο

Δημοσίευση από:Newsroom
Μαρ. 9, 2026
Aνάγνωση σε
6
λ.
Έλληνες Και Τεχνητή Νοημοσύνη: Από Την Καθημερινή Εφαρμογή Στους Προβληματισμούς Για Το Μέλλον

Νέα έρευνα καταγράφει πώς αντιλαμβάνονται οι πολίτες τις επιπτώσεις στην εργασία, την καθημερινότητα και τις κοινωνικές σχέσεις

Δημοσίευση από:Newsroom
Μαρ. 2, 2026
Aνάγνωση σε
5
λ.
Διαχείριση Υγρών Αποβλήτων: Ο Αόρατος Θησαυρός Της Ελλάδας Στη Σκιά Της Λειψυδρίας

Νέα έρευνα της διαΝΕΟσις αποκαλύπτει τα κενά στις υποδομές και τις τεράστιες ευκαιρίες της κυκλικής οικονομίας

Δημοσίευση από:Newsroom
Φεβ. 26, 2026
Aνάγνωση σε
5
λ.
Workmonitor 2026: Η Μεγάλη Προσαρμογή Αλλάζει Ριζικά Τον Κόσμο Της Εργασίας Στην Ελλάδα

Νέα μελέτη της Randstad καταγράφει πως οι εργαζόμενοι αναδιαμορφώνουν τις επαγγελματικές τους επιλογές

Δημοσίευση από:Newsroom
Φεβ. 26, 2026
Aνάγνωση σε
3
λ.
Φυτώρια Κρήτης: Δύο γενιές Καλλιεργούν Το Μέλλον Της Πράσινης Ανάπτυξης

Η οικογένεια Παπαδογιαννάκη συνεχίζει να δημιουργεί

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιαν. 31, 2026
Aνάγνωση σε
3
λ.
Ίμια: Ο Βουβός Πόνος Των Γυναικών Που Έμειναν Πίσω Κρατώντας Άσβεστη Την Μνήμη Των Πεσόντων

Οι ηρωίδες που επέλεξαν να σταθούν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας

After Dark News 970 250