Menu
Menu

Ασφάλεια Online Προϊόντων: Βελτίωση Στα Χαρτιά, Κενά Στην Πράξη

Η πανευρωπαϊκή “σάρωση” του 2026 δείχνει καλύτερη συμμόρφωση των πλατφορμών, αλλά μόλις το 22% των υπεύθυνων στην ΕΕ που ελέγχθηκαν σε βάθος πληρούσε όλες τις νομικές υποχρεώσεις
Photo Credits: AI. Generated Image
Δημοσίευση από:Newsroom
Σεπ. 18, 2026
Aνάγνωση σε
17
λ.
After Dark News Top Leaderboard 728x90

Κάθε φορά που ένας γονιός παραγγέλνει online ένα καροτσάκι, μια πιπίλα ή ένα παιδικό καθισματάκι μπάνιου, ή ένας ενήλικας αγοράζει ένα ζευγάρι αλτήρες από μια διεθνή πλατφόρμα, θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι κάποιος έχει ελέγξει πως το προϊόν είναι ασφαλές και ότι, σε περίπτωση προβλήματος, υπάρχει ένας σαφώς προσδιορισμένος υπεύθυνος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα ευρήματα της πανευρωπαϊκής “σάρωσης” ασφάλειας προϊόντων του 2026 δείχνουν ότι αυτή η εμπιστοσύνη δεν είναι πάντα δικαιολογημένη.

Στη δεύτερη ετήσια συντονισμένη επιχείρηση ελέγχου, οι εθνικές αρχές εποπτείας της αγοράς και το Δίκτυο Ασφάλειας Καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ένωσαν τις δυνάμεις τους, εξετάζοντας 1.681 διαδικτυακές προσφορές παιδικών ειδών και εξοπλισμού γυμναστικής σε 27 κράτη-μέλη. Και αν τα αποτελέσματα καταγράφουν πρόοδο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, αποκαλύπτουν ταυτόχρονα μια σοβαρή αδυναμία στην “αλυσίδα” προστασίας του καταναλωτή: σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόσωπο που εμφανίζεται ως υπεύθυνο στην ΕΕ είτε δεν απαντά στις αρχές είτε δηλώνει ότι δεν έχει καμία σχέση με το προϊόν.

Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια αγορά όπου η απόσταση ανάμεσα στον καταναλωτή και τον πραγματικό πωλητή μπορεί να είναι μόλις λίγα κλικ και ο τελευταίος να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ευρώπη. Η “σάρωση” του 2026, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν στις αρχές Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο της Διεθνούς Εβδομάδας Ασφάλειας Προϊόντων στις Βρυξέλλες, επιχειρεί να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο αποτελεσματικό είναι τελικά το ευρωπαϊκό δίχτυ ασφαλείας όταν οι αγορές πραγματοποιούνται μέσω διεθνών διαδικτυακών πλατφορμών;

Πέρα από τα αριθμητικά ευρήματα της έρευνας, το ζήτημα αφορά πλέον τη λειτουργία ολόκληρου του ευρωπαϊκού συστήματος εποπτείας: ποιος ελέγχει τα προϊόντα, ποιος λογοδοτεί όταν αυτά είναι επικίνδυνα και πόσο αποτελεσματικά μπορούν οι ευρωπαϊκές αρχές να προστατεύσουν τον καταναλωτή σε μια αγορά που γίνεται ολοένα πιο ψηφιακή και διασυνοριακή.

Πώς λειτουργεί η “σάρωση” και τι ελέγχθηκε το 2026

Ο Κανονισμός της ΕΕ για τη Γενική Ασφάλεια των Προϊόντων (GPSR), που τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2024, θέτει ενιαίες απαιτήσεις για την ασφάλεια των προϊόντων που διατίθενται στην ευρωπαϊκή αγορά, είτε η αγορά γίνεται σε φυσικό κατάστημα είτε μέσω διαδικτύου. Παράλληλα, προβλέπει ειδικές υποχρεώσεις για τους παρόχους διαδικτυακών αγορών, συμπληρώνοντας τις οριζόντιες απαιτήσεις της Πράξης για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA). Μεταξύ άλλων, οι πλατφόρμες οφείλουν να εγγράφονται στην ευρωπαϊκή πλατφόρμα Safety Gate και να διαθέτουν ενιαίο σημείο επικοινωνίας για τις αρχές εποπτείας της αγοράς και τους καταναλωτές.

Η εφαρμογή αυτών των κανόνων δεν περιορίζεται στη θεωρία. Για τον έλεγχο της συμμόρφωσης των διαδικτυακών προσφορών, ο GPSR θέσπισε έναν μηχανισμό ταυτόχρονων και συντονισμένων ελέγχων, γνωστό ως “σάρωση ασφάλειας προϊόντων” (product safety sweep). Πρόκειται για μια κοινή επιχείρηση των εθνικών αρχών εποπτείας της αγοράς, υπό τον συντονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στο πλαίσιο του Δικτύου Ασφάλειας Καταναλωτών (Consumer Safety Network), με στόχο να διαπιστωθεί αν οι online αγγελίες τηρούν τις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Η φετινή διαδικασία αποτέλεσε τη δεύτερη πανευρωπαϊκή “σάρωση”, μετά την πρώτη του 2025, και πραγματοποιήθηκε από τις 15 Μαΐου έως τις 7 Ιουλίου 2026. Σημαντική διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά ήταν η συμμετοχή και των 27 κρατών-μελών, γεγονός που διεύρυνε σημαντικά την εμβέλεια του ελέγχου.

Συνολικά, οι εθνικές αρχές εξέτασαν 1.681 διαδικτυακές προσφορές σε 35 διαφορετικούς παρόχους ηλεκτρονικών αγορών, τόσο εγκατεστημένους στην ΕΕ όσο και σε τρίτες χώρες. Από αυτές, οι 1.071 αφορούσαν προϊόντα βρεφικής και παιδικής φροντίδας – όπως μπιμπερό, καρότσια, καθισματάκια αυτοκινήτου και μπάνιου, περπατούρες και κούνιες – ενώ άλλες 610 αφορούσαν εξοπλισμό γυμναστικής, από ποδήλατα και αλτήρες έως σχοινάκια, TRX και κωπηλατικά μηχανήματα.

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στις μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες. Οι πέντε πάροχοι που έχουν χαρακτηριστεί “Πολύ Μεγάλες Επιγραμμικές Πλατφόρμες” (VLOPs) βάσει της Πράξης για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες – AliExpress, Amazon, Shein, Temu και Zalando – αντιπροσώπευαν το 78% των αγγελιών που ελέγχθηκαν.

Η εικόνα που προκύπτει από τη φετινή “σάρωση” είναι, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καλύτερη σε σχέση με το 2025, χωρίς όμως να σημαίνει ότι τα προβλήματα έχουν εξαλειφθεί. Ο Επίτροπος Δικαιοσύνης και Προστασίας Καταναλωτή, Michael McGrath, υπογράμμισε ότι τα αποτελέσματα δείχνουν πραγματική πρόοδο, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύουν σημαντικά κενά που εξακολουθούν να χρειάζονται αντιμετώπιση.

Το μήνυμα των ελέγχων είναι, επομένως, διπλό: οι ευρωπαϊκοί κανόνες αρχίζουν να εφαρμόζονται πιο συστηματικά, αλλά η αποτελεσματικότητα του συστήματος εξακολουθεί να εξαρτάται από το κατά πόσο μπορούν να τηρούνται στην πράξη από όλους όσοι διαθέτουν προϊόντα στην ενωσιακή αγορά.

Τα βασικά ευρήματα: Πρόοδος στους ελέγχους, αλλά τα κενά παραμένουν

Οι φετινοί έλεγχοι δείχνουν ότι οι πλατφόρμες κάνουν βήματα προς τη συμμόρφωση, χωρίς όμως να έχουν κλείσει τα βασικά κενά που μπορεί να αφήσουν έναν καταναλωτή χωρίς επαρκή πληροφόρηση ή έναν σαφή υπεύθυνο σε περίπτωση προβλήματος.

Καλύτερη εικόνα στα στοιχεία του κατασκευαστή

Η συμμόρφωση ως προς τα στοιχεία του κατασκευαστή παρουσιάζει τη μεγαλύτερη βελτίωση σε σχέση με το 2025. Το 81% των αγγελιών πληρούσε τις σχετικές απαιτήσεις, έναντι μόλις 52% πέρυσι.

Παρά τη σημαντική άνοδο, σχεδόν μία στις πέντε αγγελίες (19%) εξακολουθούσε να μην περιλαμβάνει καθόλου ή να αναφέρει μερικώς τα στοιχεία επικοινωνίας του κατασκευαστή.

Ένα στα τρία προϊόντα δεν ταυτοποιείται επαρκώς

Πιο προβληματική παραμένει η εικόνα ως προς τα στοιχεία αναγνώρισης του προϊόντος. Μόλις το 69% των αγγελιών παρείχε επαρκείς πληροφορίες, όπως τον τύπο, την παρτίδα ή τον σειριακό αριθμό.

Το υπόλοιπο 31% δεν περιείχε τα απαραίτητα στοιχεία για την πλήρη ταυτοποίηση του προϊόντος, δημιουργώντας κενό στην ιχνηλασιμότητα σε περίπτωση που εντοπιστεί κάποιο πρόβλημα ασφάλειας.

Ο “υπεύθυνος στην ΕΕ” δεν είναι πάντα τόσο σαφής

Βελτίωση καταγράφηκε ως προς την υποχρέωση δήλωσης υπεύθυνου προσώπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 82% των αγγελιών συμμορφωνόταν με την απαίτηση, έναντι 68% το 2025.

Ωστόσο, σε 149 αγγελίες δεν ήταν σαφές ποιος ήταν πραγματικά ο υπεύθυνος. Σε ορισμένες αγγελίες αναφέρονταν περισσότερα από ένα πρόσωπα, ενώ σε άλλες ως “υπεύθυνος στην ΕΕ” εμφανιζόταν φορέας εγκατεστημένος εκτός Ένωσης, κατά παράβαση του κανονισμού.

Μόλις 6 στις 10 αγγελίες περνούν και τους τρεις ελέγχους

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο προκύπτει όταν οι τρεις απαιτήσεις εξετάζονται συνολικά. Μόλις το 58% των αγγελιών πληρούσε ταυτόχρονα και τις τρεις.

Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν τέσσερις στις δέκα διαδικτυακές προσφορές που ελέγχθηκαν παρουσίαζαν τουλάχιστον ένα κενό στις βασικές πληροφορίες που απαιτούνται για την ασφάλεια και την ιχνηλασιμότητα του προϊόντος.

Μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις μεγάλες και τις μικρότερες πλατφόρμες

Η συμμόρφωση δεν είναι ίδια σε ολόκληρη την αγορά. Οι πέντε πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες (VLOPs) εμφάνισαν ποσοστά συμμόρφωσης 88% – 89% στις επιμέρους απαιτήσεις, ενώ στους μικρότερους παρόχους τα αντίστοιχα ποσοστά περιορίστηκαν στο 53% – 63%.

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν εξετάζονται και οι τρεις απαιτήσεις μαζί: 65% των αγγελιών στις VLOPs ήταν πλήρως συμμορφωμένες, έναντι μόλις 30% στους μικρότερους παρόχους.

Έτσι, πίσω από τη συνολική βελτίωση των επιδόσεων σε σχέση με το 2025, παραμένει μια σημαντική ανισορροπία. Οι μεγάλες πλατφόρμες εμφανίζουν σαφώς καλύτερη εικόνα, ενώ στους μικρότερους παρόχους τα κενά είναι πολύ συχνότερα. Το συνολικό ποσοστό του 58% δείχνει, πάντως, ότι η βελτίωση δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε πλήρη συμμόρφωση της αγοράς.

Η πιο ανησυχητική διαπίστωση: Όταν ο “υπεύθυνος στην ΕΕ” δεν είναι πραγματικά υπεύθυνος

Το πιο ανησυχητικό εύρημα της φετινής “σάρωσης” δεν προέκυψε μόνο από την εξέταση των διαδικτυακών αγγελιών, αλλά από τον έλεγχο του τι συμβαίνει όταν οι αρχές επιχειρούν να επικοινωνήσουν με το πρόσωπο που εμφανίζεται ως “υπεύθυνο στην ΕΕ”.

Για πρώτη φορά, οι εθνικές αρχές προχώρησαν σε πιο εκτεταμένους ελέγχους, επικοινωνώντας απευθείας με τους δηλωμένους υπεύθυνους για 727 από τις 1.681 προσφορές που είχαν ελεγχθεί συνολικά, δηλαδή για το 43% του δείγματος. Η απαίτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες, καθώς το άρθρο 16 του GPSR προβλέπει την ύπαρξη οικονομικού φορέα στην ΕΕ που μπορεί να αναλάβει συγκεκριμένες ευθύνες απέναντι στις αρχές και τους καταναλωτές.

Η εικόνα που προέκυψε ήταν αποκαλυπτική. Σε 297 περιπτώσεις, δηλαδή στο 41% των ελέγχων, ο δηλωμένος υπεύθυνος δεν απάντησε καν μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των 10 ημερών. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι, από όσους τελικά απάντησαν, 199 οικονομικοί φορείς δήλωσαν ρητά ότι δεν ήταν οι πραγματικοί υπεύθυνοι για το συγκεκριμένο προϊόν στην ευρωπαϊκή αγορά.

Μόλις 231 φορείς επιβεβαίωσαν ότι πράγματι είχαν την ιδιότητα του “υπεύθυνου στην ΕΕ”. Και ακόμη και σε αυτή την ομάδα, η συμμόρφωση δεν ήταν δεδομένη. Μόνο το 80% μπόρεσε να αποδείξει ότι τα στοιχεία επικοινωνίας του αναγράφονταν πάνω στο ίδιο το προϊόν, ενώ μόλις το 73% προσκόμισε τεκμηρίωση ότι είχαν πραγματοποιηθεί οι απαιτούμενοι έλεγχοι συμμόρφωσης.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: μόλις το 22% των ελεγχθέντων “υπεύθυνων στην ΕΕ” πληρούσε σωρευτικά όλες τις προβλεπόμενες νομικές υποχρεώσεις. Όπερ σημαίνει ότι για περίπου 4 στα 10 προϊόντα που ελέγχθηκαν σε βάθος, το πρόσωπο που υποτίθεται ότι εγγυάται στην ΕΕ την ασφάλεια ενός βρεφικού καθίσματος αυτοκινήτου ή ενός εξοπλισμού γυμναστικής αποδείχθηκε ανύπαρκτο ή αναρμόδιο.

Το εύρημα αυτό αποκαλύπτει ένα κρίσιμο κενό ανάμεσα σε αυτό που δηλώνεται σε μια ηλεκτρονική αγγελία και σε αυτό που μπορεί να επιβεβαιωθεί στην πράξη. Σε σημαντικό μέρος των περιπτώσεων, ο οικονομικός φορέας που υποτίθεται ότι αποτελεί το σημείο αναφοράς για τις ευρωπαϊκές αρχές είτε δεν ανταποκρίνεται, είτε αρνείται ότι έχει την ευθύνη, είτε δεν μπορεί να αποδείξει ότι την ασκεί όπως απαιτεί η νομοθεσία.

Για τον καταναλωτή, το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Αν ένα προϊόν αποδειχθεί επικίνδυνο, η ύπαρξη ενός ονόματος ή μιας εταιρείας σε μια ηλεκτρονική αγγελία δεν αρκεί. Αυτό που έχει σημασία είναι να υπάρχει ένας πραγματικός και προσδιορίσιμος οικονομικός φορέας στην ΕΕ, ο οποίος μπορεί να εντοπιστεί από τις αρχές και να λογοδοτήσει όταν χρειαστεί. Και τα αποτελέσματα της φετινής “σάρωσης” δείχνουν ότι αυτή η προϋπόθεση δεν είναι ακόμη εξασφαλισμένη.

Οι αρχές παρεμβαίνουν, αλλά τα προϊόντα μπορούν να επιστρέψουν

Τα ευρήματα της “σάρωσης” δείχνουν ότι οι εθνικές αρχές δεν περιορίστηκαν στον εντοπισμό προβληματικών αγγελιών, αλλά προχώρησαν και σε συγκεκριμένες ενέργειες απέναντι στις πλατφόρμες και τους οικονομικούς φορείς. Συνολικά, απέστειλαν 560 εντολές σε παρόχους διαδικτυακών αγορών για μη συμμορφούμενες ή επικίνδυνες αγγελίες, με το 70% αυτών να απευθύνεται στις πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες (VLOPs).

Οι μεγαλύτερες πλατφόρμες ανταποκρίθηκαν στο 83% των σχετικών αιτημάτων, ενώ στο 78% των περιπτώσεων η ανταπόκριση έγινε μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες. Στους μικρότερους παρόχους, το ποσοστό ανταπόκρισης διαμορφώθηκε στο 78%, ενώ μόλις το 62% των αιτημάτων διεκπεραιώθηκε εντός δύο ημερών.

Παράλληλα, οι εθνικές αρχές κίνησαν ή σχεδιάζουν να κινήσουν διαδικασίες κατά 143 “υπεύθυνων στην ΕΕ” που διαπιστώθηκε ότι δεν συμμορφώνονταν με τις απαιτήσεις. Τα μέτρα περιλαμβάνουν την αφαίρεση αγγελιών, την απόσυρση προϊόντων από την αγορά, αλλά και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων.

Ωστόσο, η απομάκρυνση μιας προβληματικής αγγελίας δεν σημαίνει απαραίτητα και οριστικό τέλος στη διάθεση του ίδιου προϊόντος. Από τις 401 περιπτώσεις στις οποίες οι αρχές ενημερώθηκαν ότι μια επικίνδυνη ή μη συμμορφούμενη αγγελία είχε αφαιρεθεί, σε 49 περιπτώσεις το ίδιο προϊόν εμφανίστηκε ξανά στην ίδια πλατφόρμα. Το φαινόμενο καταγράφηκε τόσο στις VLOPs (31 περιπτώσεις) όσο και στους μικρότερους παρόχους (18 περιπτώσεις).

Η επανεμφάνιση αυτή υποδηλώνει ότι ένα προϊόν μπορεί να επιστρέψει στην πλατφόρμα, ενδεχομένως μέσω διαφορετικής αγγελίας ή διαφορετικού πωλητή, ακόμη και αφού έχει προηγουμένως εντοπιστεί ως επικίνδυνο ή μη συμμορφούμενο.

Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις που αναδεικνύει η φετινή “σάρωση”: η αποτελεσματικότητα της εποπτείας δεν κρίνεται μόνο από το αν μια παράνομη ή επικίνδυνη αγγελία κατεβαίνει, αλλά και από το αν το ίδιο προϊόν μπορεί να εντοπιστεί και να εμποδιστεί όταν επιχειρήσει να επιστρέψει στην αγορά.

Το Safety Gate δείχνει σαφή βελτίωση

Σε αντίθεση με τα ως άνω προαναφερόμενα κενά, ένα από τα πιο καθαρά σημεία προόδου εντοπίζεται στην εγγραφή των παρόχων στην ευρωπαϊκή πύλη Safety Gate. Το 91% των παρόχων που ελέγχθηκαν – 32 από τους 35 – ήταν εγγεγραμμένοι στην πλατφόρμα και είχαν ορίσει ενιαίο σημείο επαφής για τις αρχές, έναντι μόλις 53% το 2025.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η βελτίωση ως προς την επικοινωνία με τους καταναλωτές. Το 2026, το 100% των ελεγχθέντων παρόχων διέθετε ενιαίο σημείο επαφής για τους καταναλωτές, έναντι 64% ένα χρόνο νωρίτερα.

Η πρόοδος αυτή δείχνει ότι οι νέες υποχρεώσεις που προβλέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο αρχίζουν να ενσωματώνονται στην πράξη. Όπως σημείωσε ο Επίτροπος Δικαιοσύνης και Προστασίας Καταναλωτή, Michael McGrath, οι ευρωπαϊκοί κανόνες ασφάλειας πρέπει να εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το πού πραγματοποιείται η αγορά, ενώ τα φετινά αποτελέσματα, παρά τη βελτίωση, αναδεικνύουν και κενά που εξακολουθούν να χρειάζονται αντιμετώπιση.

Στο ίδιο μήκος κύματος, η Εκτελεστική Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τεχνολογική Κυριαρχία και την Ασφάλεια, Χένα Βίρκουνεν, υπογράμμισε ότι οι καταναλωτές πρέπει να μπορούν να εμπιστεύονται πως κάθε προϊόν που πωλείται διαδικτυακά πληροί τα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας, ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται ο πωλητής.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι επομένως διττή: οι μηχανισμοί ελέγχου και επικοινωνίας με τις πλατφόρμες λειτουργούν καλύτερα σε σχέση με πέρυσι, όμως η επανεμφάνιση επικίνδυνων προϊόντων δείχνει ότι η πρόκληση πλέον δεν είναι μόνο ο εντοπισμός τους, αλλά η αποτελεσματική αποτροπή της επιστροφής τους στην αγορά.

Το ευρύτερο πλαίσιο: Η έκρηξη του ηλεκτρονικού εμπορίου δοκιμάζει τους ελέγχους

Η “σάρωση” του 2026 δεν πραγματοποιείται σε ένα κενό. Εντάσσεται σε μια αγορά ηλεκτρονικού εμπορίου που αυξάνεται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από την ικανότητα των αρχών να ελέγχουν φυσικά κάθε προϊόν που εισέρχεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, περίπου 6 δισεκατομμύρια δέματα ηλεκτρονικού εμπορίου εισήλθαν στην ΕΕ το 2025, σχεδόν τριπλάσια σε αριθμό σε σχέση με το 2022. Η συντριπτική πλειονότητά τους προερχόταν από τρίτες χώρες, γεγονός που καθιστά τον φυσικό έλεγχο από τις τελωνειακές αρχές ολοένα δυσκολότερο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μικρές, χαμηλής αξίας αποστολές.

Το μέγεθος της πρόκλησης αποτυπώνεται και στα στοιχεία που επικαλείται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μόνο το 2024 εισήλθαν στην ευρωπαϊκή αγορά 4,6 δισεκατομμύρια μικροδέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ, με το 91% να προέρχεται από την Κίνα. Ο αριθμός αυτός ήταν σχεδόν διπλάσιος από εκείνον του 2023 και υπερτριπλάσιος σε σχέση με το 2022.

Πίσω από αυτή την εκρηκτική αύξηση βρίσκεται ένα μοντέλο ηλεκτρονικού εμπορίου που βασίζεται σε τεράστιους όγκους, ταχύτατες παραδόσεις και μαζική παραγωγή. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει εκφράσει ανησυχίες ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η πίεση για χαμηλές τιμές και γρήγορη κυκλοφορία προϊόντων μπορεί να λειτουργεί εις βάρος της ασφάλειας και της ποιότητας.

Την ίδια στιγμή, οι αριθμοί των ίδιων των ευρωπαϊκών μηχανισμών εποπτείας δείχνουν ότι οι κίνδυνοι δεν είναι θεωρητικοί. Το Safety Gate (πρώην RAPEX), το ενωσιακό σύστημα ταχείας ειδοποίησης για επικίνδυνα προϊόντα, κατέγραψε το 2024 αριθμό – ρεκόρ 4.137 ειδοποιήσεων, σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το 2022. Τα καλλυντικά αντιπροσώπευαν το 36% των ειδοποιήσεων και τα παιχνίδια το 15%, ενώ ο χημικός κίνδυνος παρέμεινε η συχνότερη αιτία κοινοποίησης, με ποσοστό περίπου 49%.

Η αύξηση των εισαγόμενων προϊόντων και των σχετικών κινδύνων εξηγεί γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά ήδη την επόμενη γενιά εργαλείων εποπτείας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει τον νέο “Ευρωπαϊκό Νόμο για τα Προϊόντα” (European Product Act), ο οποίος αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω το πλαίσιο ελέγχου μιας αγοράς που έχει αλλάξει δραστικά λόγω του ηλεκτρονικού εμπορίου, των διεθνών πλατφορμών και της μεγάλης αύξησης των εισαγωγών χαμηλής αξίας.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της Διεθνούς Εβδομάδας για την Ασφάλεια Προϊόντων, ο Επίτροπος Michael McGrath παρουσίασε τρεις βασικούς άξονες γύρω από τους οποίους κινείται η νέα πρωτοβουλία:

  • Η διαρκής επικαιροποίηση του πλαισίου ασφάλειας. Σε μια αγορά όπου εμφανίζονται συνεχώς νέες κατηγορίες προϊόντων, νέες μορφές πώλησης και νέοι κίνδυνοι, εξετάζεται ένα νέο, ενοποιημένο νομοθετικό πλαίσιο
  • Η ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας. Η Επιτροπή επιδιώκει στενότερη συνεργασία με ρυθμιστικές αρχές εκτός ΕΕ, μεταξύ άλλων και με τις αμερικανικές αρχές, καθώς οι έλεγχοι στις δύο αγορές αναδεικνύουν παρόμοια προβλήματα.
  • Η σύνδεση της ασφάλειας των προϊόντων με ευρύτερους ευρωπαϊκούς στόχους, ιδίως τη βιωσιμότητα. Η νέα προσέγγιση επιχειρεί να συνδέσει την ασφάλεια με την κυκλική οικονομία και την ευρύτερη περιβαλλοντική πολιτική

Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζεται η πιθανότητα δημιουργίας μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αρχής εποπτείας της αγοράς, αλλαγή που θα επιχειρούσε να περιορίσει τον κατακερματισμό του σημερινού συστήματος, στο οποίο οι εθνικές αρχές των κρατών-μελών καλούνται να ελέγχουν τις ίδιες διεθνείς πλατφόρμες, με διαφορετικούς πόρους, ένταση και μεθοδολογίες.

Επιπρόσθετα, στο τραπέζι βρίσκεται και η αξιοποίηση ενός ψηφιακού “διαβατηρίου προϊόντος” (Digital Product Passport), που θα μπορούσε να ενισχύσει την ιχνηλασιμότητα και να διευκολύνει τις αρχές να γνωρίζουν την προέλευση και τη διαδρομή ενός προϊόντος.

Η φετινή “σάρωση” λειτουργεί ως ένα είδος τεστ αντοχής του σημερινού συστήματος. Οι αριθμοί δείχνουν πρόοδο στη συμμόρφωση, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτουν το σημείο όπου οι κανόνες συναντούν την πραγματικότητα: έναν τεράστιο όγκο εισαγωγών, χιλιάδες πωλητές, δεκάδες πλατφόρμες και μια αγορά που αλλάζει ταχύτερα από τους μηχανισμούς ελέγχου της.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα επικίνδυνα προϊόντα εντοπίζονται, αλλά και πόσα προϊόντα πρέπει να εποπτευθούν σε μια αγορά που διογκώνεται με ρυθμούς πρωτόγνωρους για τους παραδοσιακούς μηχανισμούς ελέγχου.

Όσο περισσότερα προϊόντα φτάνουν στην πόρτα του καταναλωτή μέσα από λίγα κλικ, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για ελέγχους που δεν θα βασίζονται αποκλειστικά στο φυσικό άνοιγμα ενός δέματος, αλλά στην ιχνηλασιμότητα, την ανταλλαγή δεδομένων και την ψηφιακή εποπτεία.

Πέρα από την ΕΕ: δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στο ίδιο πρόβλημα

Η ασφάλεια των προϊόντων στο ηλεκτρονικό εμπόριο εξελίσσεται σε μια ολοένα πιο δύσκολη εξίσωση και για τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η ταχύτητα με την οποία νέα προϊόντα και πωλητές εμφανίζονται στις μεγάλες πλατφόρμες υπερβαίνει συχνά την ταχύτητα με την οποία μπορούν να κινηθούν οι παραδοσιακοί μηχανισμοί ελέγχου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Consumer Product Safety Commission (CPSC) εντείνει αντίστοιχα τη δράση της. Το 2025 εξέδωσε περισσότερες από 400 ανακλήσεις, οι οποίες αφορούσαν πάνω από 20 εκατομμύρια μονάδες προϊόντων. Μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 εκδόθηκαν 142 ειδοποιήσεις ανάκλησης, αριθμός αυξημένος κατά 40,6% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.

Η αμερικανική αρχή προχώρησε επίσης, τον Μάιο του 2026, σε ειδική εθνική πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση πλαστών σημάτων πιστοποίησης ασφάλειας που χρησιμοποιούνται για την εισαγωγή μη συμμορφούμενων προϊόντων στην αγορά. Παράλληλα, εξέδωσε τη 100.000ή ειδοποίηση προς διαδικτυακή πλατφόρμα για την αφαίρεση προϊόντος που είχε ανακληθεί ή απαγορευθεί.

Μια πρόσφατη αναφορά του Transatlantic Consumer Dialogue καταγράφει την ίδια στιγμή ένα κοινό μοτίβο σε ΗΠΑ, ΕΕ και Ηνωμένο Βασίλειο: μη ασφαλή προϊόντα, από ηλεκτρονικά και παιχνίδια έως βρεφικά είδη, εξακολουθούν να εμφανίζονται σε μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες, παρά τις επανειλημμένες παρεμβάσεις και προειδοποιήσεις των αρμόδιων αρχών.

Χαρακτηριστική ήταν η υπόθεση της Amazon στις ΗΠΑ το 2024. Η CPSC έκρινε την εταιρεία συνυπεύθυνη για επικίνδυνα προϊόντα που πωλούνταν από τρίτους εμπόρους μέσω του προγράμματος “Fulfilled by Amazon”. Η υπόθεση έφερε στο προσκήνιο ένα ερώτημα που βρίσκεται πλέον στον πυρήνα και της ευρωπαϊκής ρύθμισης: ποιος έχει την ευθύνη όταν ένα μη ασφαλές προϊόν φτάνει στον καταναλωτή μέσω μιας μεγάλης διαδικτυακής πλατφόρμας;

ΕΕ και ΗΠΑ: διαφορετικοί μηχανισμοί, κοινή πρόκληση

Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο συστημάτων βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.

Στην ΕΕ, το GPSR επιχειρεί να δημιουργήσει έναν σαφή κρίκο ευθύνης πριν από τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά, απαιτώντας για τα προϊόντα από τρίτες χώρες την ύπαρξη συγκεκριμένου “υπεύθυνου προσώπου” εγκατεστημένου στην Ένωση. Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ, η εποπτεία της CPSC στηρίζεται περισσότερο σε ελέγχους, έρευνες, ανακλήσεις και απομάκρυνση προϊόντων όταν διαπιστώνεται πρόβλημα.

Η διαφορά αυτή αποτυπώνεται συνοπτικά στα βασικά χαρακτηριστικά των δύο συστημάτων:

Η σύγκριση δεν δείχνει δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους, αλλά δύο διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια πίεση. Και στις δύο περιπτώσεις, οι αρχές καλούνται να εποπτεύσουν μια αγορά όπου ο όγκος των προϊόντων, η διασυνοριακή δραστηριότητα και ο ρόλος των μεγάλων πλατφορμών αυξάνονται ταχύτερα από τις δυνατότητες του παραδοσιακού ελέγχου.

Το ευρωπαϊκό μοντέλο, ωστόσο, δοκιμάζεται σε ένα κρίσιμο σημείο: η ύπαρξη ενός “υπεύθυνου προσώπου” δεν αρκεί από μόνη της. Τα ευρήματα της φετινής σάρωσης έδειξαν ότι σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων η τυπική αναγραφή ενός υπεύθυνου δεν αντιστοιχούσε απαραίτητα σε έναν φορέα που ήταν διαθέσιμος, αναγνώριζε την ευθύνη του ή μπορούσε να τεκμηριώσει τη συμμόρφωση του προϊόντος.

Αυτό μεταφέρει τη συζήτηση από την ύπαρξη κανόνων στην ικανότητα εφαρμογής τους. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο τοποθετείται η επόμενη νομοθετική πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η Ελλάδα στην πρώτη γραμμή του προβλήματος

Τα ευρωπαϊκά ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, όπου οι αγορές από διεθνείς – και κυρίως ασιατικές – πλατφόρμες έχουν αποκτήσει μεγάλη διείσδυση. Πανελλαδική έρευνα της NielsenIQ για λογαριασμό του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Λιανικής Πώλησης Ελλάδος (ΣΕΛΠΕ), που δημοσιοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, έδειξε ότι περίπου 8 στους 10 Έλληνες online καταναλωτές έχουν αγοράσει προϊόντα από πλατφόρμες όπως η Temu, η Shein, η AliExpress και η Trendyol. Σε άλλη σχετική έρευνα αγοράς, το ποσοστό έφτασε το 85%.

Η χαμηλή τιμή παραμένει βασικό κίνητρο για αυτές τις αγορές, την ίδια στιγμή όμως οι ίδιοι οι καταναλωτές εκφράζουν ανησυχίες για την ποιότητα και την ασφάλεια των προϊόντων. Η αντίφαση αυτή αποκτά μεγαλύτερο βάρος όταν πρόκειται για κατηγορίες όπως τα είδη βρεφικής φροντίδας ή ο γυμναστικός εξοπλισμός, ακριβώς τις δύο κατηγορίες στις οποίες επικεντρώθηκε η φετινή ευρωπαϊκή “σάρωση”.

Εκατομμύρια μικροδέματα, περιορισμένες δυνατότητες ελέγχου

Η έκθεση της ελληνικής αγοράς στη συγκεκριμένη κατηγορία ηλεκτρονικού εμπορίου συνδέεται και με ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα: τον τεράστιο αριθμό μικροδεμάτων που εισέρχονται καθημερινά στην Ένωση.

Μόνο το 2025 διακινήθηκαν περίπου 6 δισεκατομμύρια δέματα ηλεκτρονικού εμπορίου προς την ΕΕ. Τα μικρά αυτά πακέτα αντιστοιχούσαν στο 97% του όγκου εργασίας των τελωνείων, αλλά μόλις στο 2% της συνολικής αξίας των εμπορευμάτων. Με τέτοια μεγέθη, ο συστηματικός φυσικός έλεγχος κάθε αποστολής είναι πρακτικά αδύνατος, όπως παραδέχονται και τελωνειακοί παράγοντες.

Η πραγματικότητα αυτή εξηγεί γιατί η εποπτεία μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο από το φυσικό άνοιγμα των δεμάτων σε ψηφιακούς ελέγχους, την ιχνηλασιμότητα και την υποχρέωση των πλατφορμών να συνεργάζονται με τις αρχές.

Για τον Έλληνα καταναλωτή, το ζήτημα είναι απολύτως πρακτικό: ένα προϊόν που εμφανίζεται σε μια διεθνή πλατφόρμα μπορεί να φτάσει στην Ελλάδα χωρίς να είναι πάντοτε εύκολο να διαπιστωθεί ποιος είναι ο πραγματικός υπεύθυνος για την ασφάλειά του στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το Safety Gate και η ελληνική εποπτεία

Σε αυτό το περιβάλλον, το Safety Gate αποτελεί βασικό εργαλείο για τον εντοπισμό και την κοινοποίηση επικίνδυνων προϊόντων που κυκλοφορούν στην ευρωπαϊκή αγορά. Το 2024 καταγράφηκαν συνολικά 4.137 ειδοποιήσεις, ο υψηλότερος αριθμός από την έναρξη λειτουργίας του συστήματος το 2003. Ο αριθμός αυτός αποτυπώνει αφενός την έκταση της πρόκλησης και αφετέρου την ενισχυμένη ικανότητα των ευρωπαϊκών αρχών να εντοπίζουν και να κοινοποιούν επικίνδυνα προϊόντα.

Στην Ελλάδα, η εποπτεία της αγοράς και οι σχετικές κοινοποιήσεις στο Safety Gate πραγματοποιούνται από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ασφάλειας Καταναλωτών. Η χώρα συμμετείχε στη φετινή πανευρωπαϊκή “σάρωση” μαζί με όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, γεγονός που επιτρέπει πλέον μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη συμμόρφωση των διαδικτυακών προσφορών στην ενιαία αγορά.

Παράλληλα, μέσα στο 2026 οι ελληνικές αρχές συνέχισαν να ενημερώνουν τους καταναλωτές για ανακλήσεις και επικίνδυνα προϊόντα, μεταξύ άλλων ηλεκτρικές συσκευές και παιδικά είδη που διατίθενται και μέσω διαδικτυακών καναλιών. Οι σχετικές κοινοποιήσεις του Safety Gate λειτουργούν ως κρίσιμος μηχανισμός προειδοποίησης, ιδιαίτερα σε μια αγορά όπου ο καταναλωτής μπορεί να αγοράσει ένα προϊόν από επιχείρηση που βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Την ίδια στιγμή, η προστασία του καταναλωτή στο ελληνικό ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύεται και σε επίπεδο συναλλαγών. Από τις 19 Ιουνίου 2026 ισχύει για τα ελληνικά και ευρωπαϊκά e-shops η υποχρέωση ύπαρξης ευδιάκριτου “κουμπιού υπαναχώρησης”, εντάσσοντας την ασφάλεια των προϊόντων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης της διαφάνειας και των δικαιωμάτων του καταναλωτή στις ηλεκτρονικές αγορές.

Η ελληνική αγορά, επομένως, βρίσκεται στο ίδιο σημείο πίεσης που αναδεικνύουν τα ευρωπαϊκά στοιχεία. Από τη μία πλευρά, η μεγάλη χρήση διεθνών πλατφορμών και ο τεράστιος όγκος μικροδεμάτων αυξάνουν την ανάγκη για γρήγορο εντοπισμό μη ασφαλών προϊόντων. Από την άλλη, όταν ο πωλητής βρίσκεται εκτός ΕΕ ή ο δηλωμένος “υπεύθυνος στην ΕΕ” δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική του υποχρέωση, η επιβολή των κανόνων γίνεται πολύ πιο σύνθετη.

Για τον Έλληνα καταναλωτή, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τελικά μόνο αν ένα προϊόν εμφανίζεται ως διαθέσιμο προς αγορά. Είναι αν, πίσω από την online αγγελία, υπάρχει ένας πραγματικός και προσβάσιμος υπεύθυνος, τον οποίο οι αρχές μπορούν να εντοπίσουν και να υποχρεώσουν να αναλάβει δράση όταν ένα προϊόν αποδειχθεί επικίνδυνο.

Τι πρέπει να προσέχουν οι καταναλωτές

Τα ευρήματα της φετινής “σάρωσης” καταδεικνύουν με τον πιο σαφή τρόπο ότι η ασφάλεια μιας online αγοράς δεν εξαρτάται μόνο από το ίδιο το προϊόν, αλλά και από το αν ο καταναλωτής μπορεί να γνωρίζει ποιος το κατασκευάζει, ποιος το διαθέτει στην αγορά και πού βρίσκεται ο υπεύθυνος σε περίπτωση προβλήματος. Υπάρχουν, επομένως, ορισμένα βασικά στοιχεία που ενδείκνυται να ελέγχονται πριν από την αγορά.

Πρώτα απ’ όλα, τα στοιχεία ταυτοποίησης. Η αγγελία θα πρέπει να περιλαμβάνει σαφή στοιχεία του κατασκευαστή, όπως το όνομα, την ταχυδρομική και την ηλεκτρονική του διεύθυνση, καθώς και έναν σαφώς προσδιορισμένο “υπεύθυνο στην ΕΕ”. Η παρουσία πολλών ή ασαφών ονομάτων και στοιχείων επικοινωνίας αποτελεί λόγο για μεγαλύτερη προσοχή.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα προϊόντα που απευθύνονται σε βρέφη και μικρά παιδιά. Καθίσματα αυτοκινήτου, κούνιες, περιπατητήρια και άλλα προϊόντα που συνδέονται άμεσα με την ασφάλεια των παιδιών δεν είναι κατηγορίες στις οποίες η εξαιρετικά χαμηλή τιμή θα πρέπει να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο επιλογής.

Ένας ακόμη βασικός έλεγχος είναι η αναζήτηση του προϊόντος στην ευρωπαϊκή πύλη Safety Gate. Ο καταναλωτής μπορεί να ελέγξει αν το συγκεκριμένο προϊόν ή μοντέλο έχει ήδη κοινοποιηθεί ως επικίνδυνο ή έχει αποτελέσει αντικείμενο ανάκλησης.

Παράλληλα, χρειάζεται επιφυλακτικότητα απέναντι σε ασυνήθιστα χαμηλές τιμές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για προϊόντα ασφαλείας και ο πωλητής βρίσκεται εκτός ΕΕ χωρίς σαφή στοιχεία επικοινωνίας ή χωρίς ξεκάθαρο υπεύθυνο εντός της Ένωσης. Η χαμηλή τιμή από μόνη της δεν αποτελεί απόδειξη ότι ένα προϊόν είναι μη ασφαλές, μπορεί όμως να λειτουργήσει ως πρόσθετος λόγος για έλεγχο των στοιχείων του.

Τέλος, εάν ένα προϊόν δεν διαθέτει τις απαιτούμενες πληροφορίες ή υπάρχουν ενδείξεις ότι ενδέχεται να μην είναι ασφαλές, οι καταναλωτές μπορούν να απευθύνονται στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου ή να χρησιμοποιούν τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς αναφοράς και το Safety Gate.

Τι ακολουθεί μετά τη “σάρωση”

Η φετινή πανευρωπαϊκή δράση δεν ολοκληρώνεται με τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων. Το Δίκτυο Ασφάλειας Καταναλωτών αναμένεται να συνεχίσει την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των διαδικτυακών προσφορών και να προχωρήσει σε περαιτέρω μέτρα επιβολής όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Τα ευρήματα της “σάρωσης” θα αποτελέσουν επίσης αντικείμενο συζήτησης στις επόμενες συνεδριάσεις του Δικτύου.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα διαβιβάσει τα αποτελέσματα στους υπογράφοντες του Product Safety Pledge+, της εθελοντικής δέσμευσης που έχουν αναλάβει μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες για την ενίσχυση της ασφάλειας των προϊόντων που διατίθενται μέσω των υπηρεσιών τους.

Το επόμενο στάδιο, επομένως, θα κριθεί όχι μόνο από το πόσα προβληματικά προϊόντα εντοπίστηκαν, αλλά και από το αν οι διορθωτικές ενέργειες θα αποτρέψουν την επανεμφάνισή τους. Για τον καταναλωτή, το ζητούμενο παραμένει απλό: όταν ένα προϊόν φτάνει στην πόρτα του, να υπάρχει πίσω από την online αγγελία ένα πραγματικό σύστημα ελέγχου και ένας πραγματικός φορέας που μπορεί να αναλάβει την ευθύνη.

Από τους κανόνες στην πραγματική προστασία

Η δεύτερη πανευρωπαϊκή “σάρωση” ασφάλειας προϊόντων αναδεικνύει μια διττή πραγματικότητα. Από την μια πλευρά καταγράφεται ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο έχει κάνει βήματα προόδου, καθώς περισσότερες πλατφόρμες έχουν ενταχθεί στο Safety Gate Portal, τα στοιχεία των κατασκευαστών εμφανίζονται πληρέστερα και οι μηχανισμοί ελέγχου ενεργοποιούνται με μεγαλύτερη ένταση. Στην αντίπερα “όχθη”, ωστόσο, αποτυπώνεται ότι πίσω από αυτή τη βελτίωση παραμένει ένα κρίσιμο κενό.

Ο “υπεύθυνος στην ΕΕ”, που αποτελεί βασικό κρίκο του συστήματος και θα έπρεπε να διασφαλίζει ότι υπάρχει ένας σαφής φορέας λογοδοσίας όταν ένα προϊόν αποδεικνύεται επικίνδυνο, επιβεβαιώθηκε ως πραγματικά συμμορφούμενος μόλις στο 22% των περιπτώσεων που ελέγχθηκαν σε βάθος. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η ύπαρξη ενός ονόματος ή μιας εταιρείας στην online αγγελία δεν αρκεί. Το ζητούμενο είναι να υπάρχει ένας πραγματικός, προσβάσιμος και ενεργός υπεύθυνος πίσω από αυτό.

Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε μια αγορά όπου δισεκατομμύρια προϊόντα διακινούνται διασυνοριακά και ένα μεγάλο μέρος των αγορών συγκεντρώνεται σε λίγες, πολύ μεγάλες πλατφόρμες. Εκεί, η αποτελεσματικότητα της εσωτερικής επαλήθευσης των ίδιων των πλατφορμών αποκτά καθοριστική σημασία, όχι ως υποκατάστατο της κρατικής εποπτείας, αλλά ως πρώτο φίλτρο πριν ένα προϊόν φτάσει στον καταναλωτή.

Για τους Ευρωπαίους καταναλωτές – μεταξύ αυτών και των Ελλήνων – το ερώτημα που αφήνει πίσω της η φετινή “σάρωση” είναι τελικά αν οι κανόνες μπορούν να συμβαδίσουν με την ταχύτητα του ηλεκτρονικού εμπορίου. Ο σχεδιαζόμενος “European Product Act” και η συζήτηση για ενίσχυση και μεγαλύτερο συντονισμό της ευρωπαϊκής εποπτείας θα αποτελέσουν το επόμενο τεστ.

Σε μια εποχή όπου οι αγορές γίνονται απλά με ένα κλικ, η ασφάλεια ενός προϊόντος δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχουν κανόνες. Κρίνεται από το αν, όταν κάτι πάει στραβά, υπάρχει πράγματι κάποιος που μπορεί να εντοπιστεί, να λογοδοτήσει και να δράσει.

Το άρθρο βασίστηκε σε τεκμήρια από: European Commission, Insight EU Monitoring, European Parliament, Safety Gate Annual Report, International Trade Administration, NielesnIQ, Greek financial media, Ecommerce Europe, Consumer Federation of America, Buchalter LLP “CPSC Escalates Enforcement in 2026”

After Dark News 728 150

Σχετικά άρθρα

Δημοσίευση από:Newsroom
Σεπ. 12, 2026
Aνάγνωση σε
15
λ.
Η Ευρώπη Απέναντι Στον Παράνομο Καπνό: Μια Αγορά 13 Δις. Ευρώ Και Ένας Κατακερματισμένος Μηχανισμός

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο καταγράφει επίμονα κενά σε δεδομένα, κανόνες και συντονισμό, ενώ οργανωμένα δίκτυα διευρύνουν και ενισχύουν τη διασυνοριακή δράση τους

Δημοσίευση από:Newsroom
Σεπ. 8, 2026
Aνάγνωση σε
12
λ.
“Καθαρά” Σχολεία: Οι Αλλαγές Που Μεταμορφώνουν Τη Σχολική Καθημερινότητα

Από τα ηλεκτρικά λεωφορεία και την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων έως τα πράσινα προαύλια, οι παρεμβάσεις που μπορούν να ωφελήσουν μαθητές, κοινωνία και περιβάλλον

Δημοσίευση από:Newsroom
Αυγ. 29, 2026
Aνάγνωση σε
19
λ.
Η Άλλη Πλευρά Της Ανάπτυξης: Όταν Η Φύση Κρατά Ζωντανά Τα Χωριά

Νέα επιστημονικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι η προστασία των οικοσυστημάτων μπορεί να γίνει μοχλός αναγέννησης της ευρωπαϊκής και ελληνικής υπαίθρου

Δημοσίευση από:Newsroom
Αυγ. 8, 2026
Aνάγνωση σε
19
λ.
Γυναίκες Στον Αθλητισμό: Η Αθέατη Πίστα Των Ανισοτήτων Που Τις Κρατά Μακριά Από Τις Ίσες Ευκαιρίες

Από τα 75 χρόνια απουσίας στη Formula 1 μέχρι το μισθολογικό χάσμα, η διαδρομή προς την κορυφή παραμένει ένας αγώνας γεμάτος εμπόδια

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούλ. 24, 2026
Aνάγνωση σε
17
λ.
Ο Νέος Καταναλωτής Του 2026: Οι 4 Τάσεις Που Αλλάζουν Το Εμπόριο Και Τα Brands

Πώς η AI, το wellness, οι εμπειρίες και η νέα αξία αλλάζουν τις αγοραστικές αποφάσεις

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούλ. 13, 2026
Aνάγνωση σε
2
λ.
Το Μυστικό Του Steve Jobs Που Πούλησε Εκατομμύρια Iphone: Η Τέχνη Της Αναπλαισίωσης

Πώς ο ιδρυτής της Apple άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε και πώς μπορείτε να εφαρμόσετε τη στρατηγική του για να μετατρέψετε το προϊόν σας στη μόνη επιλογή του πελάτη

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούλ. 12, 2026
Aνάγνωση σε
16
λ.
Μια Πόλη, Δύο Πραγματικότητες: Γιατί Ο Δημόσιος Χώρος Αποκλείει Τις Γυναίκες

Πώς ο φόβος και οι κοινωνικές επιβολές μετατρέπουν την καθημερινή μετακίνηση σε μια διαρκή διαπραγμάτευση ασφάλειας

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούλ. 5, 2026
Aνάγνωση σε
17
λ.
Η Γενιά Των Οθονών: Τι Αποκαλύπτει Η Μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή Έρευνα Για Τους Εφήβους, Τα Social Media Και Την Ψυχική Υγεία

Οι ανησυχίες των γονέων, οι εμπειρίες των νέων και οι πολιτικές παρεμβάσεις που διαμορφώνουν το νέο ψηφιακό περιβάλλον στην Ευρώπη.

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούν. 21, 2026
Aνάγνωση σε
22
λ.
El Niño 2026 - 2027: Η Πρόγνωση Μιας Παγκόσμιας Δοκιμασίας

Κλιματικοί κίνδυνοι, επισιτιστικές πιέσεις και ανθρωπιστικές προκλήσεις στο επίκεντρο των σεναρίων ενός εν δυνάμει ιστορικού φαινομένου

After Dark News 970 250