Menu
Menu

Η Γενιά Των Οθονών: Τι Αποκαλύπτει Η Μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή Έρευνα Για Τους Εφήβους, Τα Social Media Και Την Ψυχική Υγεία

Οι ανησυχίες των γονέων, οι εμπειρίες των νέων και οι πολιτικές παρεμβάσεις που διαμορφώνουν το νέο ψηφιακό περιβάλλον στην Ευρώπη.
Photo Credits: AI Generated Image
Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούλ. 5, 2026
Aνάγνωση σε
17
λ.
After Dark News Top Leaderboard 728x90

Η ψηφιακή καθημερινότητα των εφήβων βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής ατζέντας. Λίγες εβδομάδες πριν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάσει τις τελικές προτάσεις της για την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο, τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης πανευρωπαϊκής έρευνας που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ για τη σχέση των νέων με τις οθόνες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που προκαλεί έντονο προβληματισμό.

Η εκτενέστερη μέχρι σήμερα ευρωπαϊκή χαρτογράφηση της σχέσης των εφήβων με τις οθόνες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 2026 για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συγκέντρωσε τις απόψεις 39.047 πολιτών σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, μεταξύ των οποίων 26.297 έφηβοι ηλικίας 13 έως 18 ετών και 12.750 γονείς ανηλίκων.

Για πρώτη φορά, η έρευνα δεν περιορίστηκε στη μέτρηση του χρόνου που αφιερώνεται στις οθόνες, αλλά εξέτασε σε βάθος τον τρόπο χρήσης των ψηφιακών μέσων, την ηλικία πρώτης επαφής με τα κοινωνικά δίκτυα και τις διαφορετικές αντιλήψεις γονέων και παιδιών για τους κινδύνους και τις επιπτώσεις της ψηφιακής ζωής.

Τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά. Ένας στους τέσσερις εφήβους περνά περισσότερες από έξι ώρες ημερησίως μπροστά σε οθόνες κατά τις σχολικές ημέρες, ενώ τα Σαββατοκύριακα το ποσοστό σχεδόν διπλασιάζεται. Παράλληλα, εννέα στους δέκα δηλώνουν ότι έχουν εκτεθεί πρόσφατα σε επιβλαβές ή ανησυχητικό διαδικτυακό περιεχόμενο, ενώ περίπου ένας στους τρεις συνδέει τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με συναισθήματα άγχους, θλίψης ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Πίσω από τους αριθμούς, η έρευνα αποκαλύπτει ένα βαθύτερο ερώτημα που καλείται πλέον να απαντήσει η Ευρώπη: πώς μπορεί να προστατευθεί η ψυχική υγεία των νέων σε ένα ψηφιακό περιβάλλον που εξελίσσεται ταχύτερα από τους κανόνες που το διέπουν;

Οι αριθμοί που αποκαλύπτουν την έκταση του φαινομένου

Τα ευρήματα της πανευρωπαϊκής έρευνας σκιαγραφούν μια γενιά που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον συνεχούς ψηφιακής συνδεσιμότητας. Ο μέσος έφηβος στην Ευρωπαϊκή Ένωση αφιερώνει 4,5 ώρες ημερησίως μπροστά σε οθόνες κατά τις σχολικές ημέρες και 6,1 ώρες τα Σαββατοκύριακα. Σχεδόν οι μισοί νέοι (46%) ξεπερνούν τις έξι ώρες ημερήσιας χρήσης τις ημέρες ανάπαυσης, ενώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απορροφούν κατά μέσο όρο 2,6 ώρες κάθε σχολική ημέρα.

Παράλληλα, η έκθεση σε δυνητικά επιβλαβές περιεχόμενο έχει λάβει σχεδόν καθολικές διαστάσεις: το 89% των εφήβων δηλώνει ότι συνάντησε τουλάχιστον μία μορφή ανησυχητικού ή βλαβερού περιεχομένου τους τελευταίους τρεις μήνες. Την ίδια στιγμή, η έρευνα αναδεικνύει ένα σημαντικό χάσμα αντίληψης μεταξύ γονέων και παιδιών, καθώς οι γονείς υποεκτιμούν κατά μέσο όρο κατά 1,1 ώρα τον πραγματικό χρόνο που τα παιδιά τους περνούν μπροστά σε οθόνες κατά τις σχολικές ημέρες.

Οι αριθμοί αυτοί δεν καταγράφουν απλώς συνήθειες χρήσης. Αποτυπώνουν μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι έφηβοι επικοινωνούν, ψυχαγωγούνται, ενημερώνονται και διαμορφώνουν την καθημερινότητά τους, θέτοντας νέα ερωτήματα για την ψυχική υγεία, την ασφάλεια στο διαδίκτυο και τον ρόλο της οικογένειας στην ψηφιακή εποχή.

Όλο και περισσότερες ώρες μπροστά στην οθόνη: ένα φαινόμενο που κλιμακώνεται

Οι οθόνες έχουν πλέον καταλάβει κεντρική θέση στην καθημερινότητα των Ευρωπαίων εφήβων. Σύμφωνα με την έρευνα, ένας μέσος έφηβος περνά 4,5 ώρες ημερησίως μπροστά σε οθόνες κατά τις σχολικές ημέρες, χρόνος που αυξάνεται στις 6,1 ώρες τα Σαββατοκύριακα. Αν συνυπολογιστούν οι ώρες του σχολείου και οι ανάγκες ύπνου, απομένει ελάχιστος διαθέσιμος χρόνος για φυσική άσκηση, κοινωνικές δραστηριότητες, οικογενειακή ζωή και ξεκούραση εκτός ψηφιακού περιβάλλοντος.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη τα Σαββατοκύριακα. Για έναν στους επτά εφήβους (14%), ο ημερήσιος χρόνος οθόνης ξεπερνά τις δέκα ώρες, καταλαμβάνοντας περισσότερο από το μισό των ωρών εγρήγορσης. Πρόκειται για ένα μοτίβο χρήσης που δεν περιορίζεται πλέον σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά τείνει να αποκτήσει χαρακτηριστικά νέας κανονικότητας.

Στην διάρθρωση του χρόνου, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταλαμβάνουν την πρώτη θέση απορροφώντας 2,6 ώρες ημερησίως, έναντι 2,2 ωρών για gaming, streaming και σχολική εργασία. Το 30% των εφήβων που χρησιμοποιεί μέσα κοινωνικής δικτύωσης αφιερώνει σε αυτά πάνω από 3 ώρες κάθε σχολική ημέρα, ποσοστό που ξεπερνά τις αντίστοιχες αναλογίες για όλες τις άλλες δραστηριότητες.

Το παράδοξο της “κανονικοποίησης”

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίληψη των ίδιων των εφήβων για τη χρήση των οθονών. Παρότι το 41% αναγνωρίζει ότι περνά υπερβολικά πολλές ώρες στο ψηφιακό περιβάλλον, σημαντικό ποσοστό ακόμη και μεταξύ των πιο εντατικών χρηστών, θεωρεί ότι ο χρόνος που αφιερώνει είναι “φυσιολογικός”.

Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η εκτεταμένη χρήση οθονών δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως εξαίρεση, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της εφηβικής καθημερινότητας. Αποτελεί δηλαδή μια κανονικότητα στο εφηβικό πλαίσιο.

Διαφορετικές “ταχύτητες“ μεταξύ των χωρών

Η εικόνα αναφορικά με την χρήση του ψηφιακού περιβάλλοντος διαφοροποιείται αισθητά μεταξύ των κρατών-μελών. Στις υψηλότερες θέσεις ως προς τον χρόνο οθόνης τα Σαββατοκύριακα βρίσκονται η Σουηδία (7,3%), η Τσεχία (7%), η Πολωνία, (6,8%) η Πορτογαλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Ρουμανία και η Λετονία (6,7% εκάστη), ενώ χαμηλότερες επιδόσεις, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καταγράφονται στην Κύπρο (4,3%), τη Μάλτα (5,1%), το Λουξεμβούργο (4,8%), τη Σλοβενία (5,2%), την Κροατία (5,3%) και τις Κάτω Χώρες (5,5%).

Η γεωγραφική αυτή διαφοροποίηση υποδηλώνει ότι, πέρα από την τεχνολογική πρόσβαση, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και πολιτισμικοί, κοινωνικοί και οικογενειακοί παράγοντες που επηρεάζουν τις συνήθειες των νέων.

Όσο νωρίτερα η είσοδος στα social media, τόσο μεγαλύτερη η ψηφιακή εξάρτηση

Ανάμεσα στα ευρήματα της έρευνας, ένα ξεχωρίζει ως ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας για τη μετέπειτα ψηφιακή συμπεριφορά των εφήβων: η ηλικία της πρώτης επαφής με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα δεδομένα δείχνουν ότι όσο νωρίτερα αποκτά ένα παιδί πρόσβαση στα social media, τόσο περισσότερες ώρες τείνει να περνά μπροστά σε οθόνες κατά την εφηβεία.

Οι έφηβοι που δημιούργησαν λογαριασμό ή άρχισαν να χρησιμοποιούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης πριν συμπληρώσουν τα 10 έτη καταγράφουν κατά μέσο όρο 7,5 ώρες ημερήσιας χρήσης οθονών τα Σαββατοκύριακα. Αντίθετα, όσοι ήρθαν σε επαφή με τις πλατφόρμες μετά την ηλικία των 14 ετών περιορίζονται στις 5,7 ώρες. Η διαφορά των σχεδόν δύο ωρών ημερησίως παραμένει εμφανής χρόνια μετά την αρχική έκθεση, υποδηλώνοντας ότι οι ψηφιακές συνήθειες διαμορφώνονται πολύ νωρίς και ακολουθούν τους νέους σε όλη την εφηβική τους πορεία.

Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στην ηλικία απόκτησης του πρώτου smartphone, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι η πρώιμη πρόσβαση στις ψηφιακές τεχνολογίες λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας για την ένταση της μελλοντικής χρήσης.

Η έρευνα καταγράφει επίσης σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά ηλικιακή ομάδα και φύλο. Οι μεγαλύτεροι έφηβοι, ηλικίας 17 και 18 ετών, περνούν αισθητά περισσότερο χρόνο στις οθόνες σε σύγκριση με τους 13-14χρονους (7,1 έναντι 5,5 ωρών), ενώ τα κορίτσια εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα χρήσης από τα αγόρια (6,3 έναντι 5,9 ώρες). Ωστόσο, καμία από αυτές τις μεταβλητές δεν φαίνεται να επηρεάζει τη συμπεριφορά τόσο έντονα όσο η ηλικία της πρώτης ψηφιακής “εισόδου”.

Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει νέες παρεμβάσεις για την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το πόσες ώρες περνούν οι νέοι στις οθόνες, αλλά και το πότε ξεκινά η σχέση τους με τον ψηφιακό κόσμο.

Δύο διαφορετικοί κόσμοι: πώς βλέπουν έφηβοι και γονείς τα social media

Αν υπάρχει ένα εύρημα που διαπερνά οριζόντια όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτό είναι το βαθύ χάσμα αντιλήψεων μεταξύ εφήβων και γονέων για τον ρόλο των οθονών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η έρευνα καταγράφει δύο διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας ψηφιακής πραγματικότητας: οι νέοι βλέπουν κυρίως ευκαιρίες και οφέλη, ενώ οι γονείς εστιάζουν πρωτίστως στους κινδύνους.

Το 40% των εφήβων θεωρεί ότι οι οθόνες έχουν συνολικά θετική επίδραση στους νέους, έναντι μόλις 17% των γονέων. Αντίθετα, περισσότεροι από τους μισούς γονείς (51%) εκτιμούν ότι η επίδραση είναι αρνητική, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από εκείνο των εφήβων (29%). Η απόκλιση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν η συζήτηση αφορά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την ψυχική υγεία. Σχεδόν ένας στους δύο εφήβους (48%) δηλώνει ότι τα social media έχουν θετική επίδραση στην ψυχολογία του, ενώ την ίδια άποψη συμμερίζεται μόλις ένας στους πέντε γονείς (21%). Αντίστοιχα, μόλις το 18% των εφήβων εκτιμά ότι τα social media έχουν αρνητική επίδραση στην ψυχική υγεία, ενώ μεγαλύτερη ανησυχία εκφράζουν οι γονείς σε ποσοστό 36%.

Ωστόσο, η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της έρευνας είναι ότι οι έφηβοι δεν εμφανίζονται αφελείς απέναντι στους κινδύνους του ψηφιακού περιβάλλοντος. Παρά τη συνολικά θετική τους στάση, το 45% παραδέχονται ότι συγκρίνουν συχνά τον εαυτό τους με άλλους χρήστες, ενώ σημαντικά ποσοστά αναφέρουν φόβο κοινωνικού αποκλεισμού όταν μένουν εκτός δικτύου (41%), δυσκολίες συγκέντρωσης (40%) και προβλήματα ύπνου (38%). Με άλλα λόγια, αναγνωρίζουν τις αρνητικές συνέπειες, χωρίς όμως να αμφισβητούν τη συνολική αξία που αποδίδουν στα κοινωνικά δίκτυα.

Οι γονείς, από την πλευρά τους, επικεντρώνουν την ανησυχία τους κυρίως σε εξωτερικές απειλές, όπως η έκθεση σε βλαβερό περιεχόμενο (72%) ή η επικοινωνία με αγνώστους στο διαδίκτυο (61%). Αντίθετα, οι λιγότερο ορατές αλλά εξίσου σημαντικές συνέπειες – η διαταραχή του ύπνου (54%) ή η επίδραση στη σχολική επίδοση (51%) – φαίνεται να απασχολούν λιγότερο, παρότι τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι συνδέονται στενότερα με την αυξημένη χρήση οθονών.

Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι απλώς μια διαφωνία μεταξύ γονέων και παιδιών. Είναι η αποτύπωση ενός βαθύτερου γενεακού χάσματος, όπου οι δύο πλευρές βιώνουν το ίδιο ψηφιακό περιβάλλον με διαφορετικούς όρους, διαφορετικές εμπειρίες και διαφορετικές προτεραιότητες.

Όσο αυξάνεται ο χρόνος οθόνης, επιβαρύνεται η υγεία

Πέρα από τις συνήθειες χρήσης, η έρευνα εξετάζει και το αποτύπωμα που αφήνει η ψηφιακή ζωή στην καθημερινότητα των εφήβων. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα συμπτώματα σωματικής και ψυχικής επιβάρυνσης είναι πλέον εξαιρετικά διαδεδομένα: σχεδόν εννέα στους δέκα εφήβους ανέφεραν ότι βίωσαν τουλάχιστον ένα σχετικό πρόβλημα τον τελευταίο μήνα, ενώ μόλις το 11% δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε καμία από τις επιπτώσεις που εξετάστηκαν.

Στην κορυφή των αναφορών βρίσκονται η κόπωση των ματιών (34%), η γενικευμένη αίσθηση εξάντλησης (33%) και οι πονοκέφαλοι (33%), ενώ ακολουθούν οι δυσκολίες συγκέντρωσης (32%), τα προβλήματα ύπνου (30%) και οι λιγότερο υγιεινές διατροφικές συνήθειες (27%). Πρόκειται για συμπτώματα που επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα ζωής, τη σχολική επίδοση και τη συνολική ευεξία των νέων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η σχέση μεταξύ χρόνου οθόνης και επιπτώσεων στην υγεία εμφανίζεται σχεδόν γραμμική. Όσο αυξάνονται οι ώρες χρήσης, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων, χωρίς να διαφαίνεται κάποιο σημείο σταθεροποίησης ακόμη και στις υψηλότερες κατηγορίες χρήσης. Οι έφηβοι που περνούν 10 έως 12 ώρες ημερησίως μπροστά σε οθόνες εμφανίζουν υπερδιπλάσια ποσοστά κόπωσης των ματιών, εξάντλησης, δυσκολιών συγκέντρωσης και διαταραχών ύπνου σε σύγκριση με όσους περιορίζονται σε λιγότερο από δύο ώρες ημερησίως.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναδεικνύονται ως η δραστηριότητα με τη στενότερη σύνδεση με τις αρνητικές επιπτώσεις. Όσο αυξάνεται ο χρόνος που αφιερώνεται στα social media, τόσο εντονότερα εμφανίζονται προβλήματα ύπνου, από 22% για χρήση λιγότερο από 1 ώρα / ημέρα σε 39% για χρήση πάνω από 5 ώρες. Αντίθετα, η χρήση οθονών για σχολικές εργασίες δεν παρουσιάζει καμία κλίση (31% έναντι 30%), γεγονός που υποδηλώνει ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς ο χρόνος μπροστά στην οθόνη, αλλά κυρίως το είδος της ψηφιακής δραστηριότητας. Ήτοι, η ψυχαγωγική – και όχι η εκπαιδευτική – χρήση ευθύνεται για τις επιπτώσεις.

Το συμπέρασμα που αναδύεται από τα στοιχεία είναι σαφές: οι επιπτώσεις δεν εμφανίζονται ξαφνικά σε ακραίες περιπτώσεις χρήσης, αλλά αυξάνονται σταδιακά όσο εντείνεται η έκθεση. Πρόκειται για ένα φαινόμενο με χαρακτηριστικά “δοσοεξαρτώμενης” σχέσης, όπου κάθε επιπλέον ώρα μπροστά στην οθόνη συνδέεται με μεγαλύτερη επιβάρυνση της σωματικής και ψυχικής υγείας των εφήβων.

Η έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο έχει γίνει σχεδόν καθολική

Ένα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα της έρευνας αφορά την έκταση της έκθεσης των εφήβων σε προβληματικό περιεχόμενο στο διαδίκτυο. Σήμερα, η επαφή με δυνητικά επιβλαβές υλικό δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά σχεδόν καθολική εμπειρία: εννέα στους δέκα εφήβους που χρησιμοποιούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης δηλώνουν ότι συνάντησαν τουλάχιστον μία τέτοια μορφή περιεχομένου τους τελευταίους τρεις μήνες.

Στην κορυφή των αναφορών βρίσκονται οι εικόνες, τα βίντεο και οι αναρτήσεις που έχουν παραχθεί με τεχνητή νοημοσύνη και είναι δύσκολο να αναγνωριστούν ως συνθετικά (39%), καθώς και η έκθεση σε ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες (35%). Ακολουθούν η προώθηση τυχερών παιχνιδιών και στοιχηματισμού (28%), η ρητορική μίσους (25%), το ανεπιθύμητο σεξουαλικό περιεχόμενο (18%) και περιστατικά κυβερνοεκφοβισμού ή διαδικτυακής παρενόχλησης (17%).

Η έρευνα αποκαλύπτει επίσης ένα σημαντικό κενό αντίληψης μεταξύ γονέων και παιδιών. Σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες, οι γονείς εκτιμούν ότι η έκθεση των εφήβων σε επικίνδυνο περιεχόμενο είναι αισθητά χαμηλότερη από αυτή που δηλώνουν οι ίδιοι οι νέοι. Σχεδόν ένας στους πέντε γονείς (19%) πιστεύει ότι το παιδί του δεν έχει εκτεθεί σε κανενός είδους προβληματικό περιεχόμενο τους τελευταίους τρεις μήνες, ενώ το 7% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει αν υπήρξε τέτοια έκθεση. Η μεγαλύτερη απόσταση καταγράφεται στην έκθεση σε περιεχόμενο που προωθεί τον τζόγο και στη ρητορική μίσους, το περιεχόμενο που δημιουργείται με τεχνητή νοημοσύνη και η πίεση για συμμόρφωση με πρότυπα σωματικής εμφάνισης. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι μεγάλο μέρος των διαδικτυακών εμπειριών των εφήβων παραμένει αόρατο στο οικογενειακό περιβάλλον.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η έκθεση στους σοβαρότερους κινδύνους – όπως η ρητορική μίσους, το σεξουαλικό περιεχόμενο, το βίαιο υλικό και ο κυβερνοεκφοβισμόςαυξάνεται σημαντικά όσο μεγαλώνει ο χρόνος χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι πιο εντατικοί χρήστες εμφανίζουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να έρθουν αντιμέτωποι με τέτοιες εμπειρίες σε σχέση με όσους χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες πιο περιορισμένα.

Ακόμη πιο καθοριστικός φαίνεται να είναι ο παράγοντας της ηλικίας πρώτης επαφής με τα social media. Οι έφηβοι που απέκτησαν πρόσβαση σε αυτές τις πλατφόρμες πριν από την ηλικία των 10 ετών καταγράφουν σταθερά υψηλότερα ποσοστά έκθεσης σε όλες τις κατηγορίες σοβαρής ψηφιακής βλάβης. Το εύρημα ενισχύει την άποψη ότι η πρώιμη είσοδος στον κόσμο των κοινωνικών δικτύων δεν συνδέεται μόνο με περισσότερες ώρες χρήσης, αλλά και με αυξημένη έκθεση σε κινδύνους που μπορεί να επηρεάσουν την ασφάλεια, την ψυχική υγεία και τη συνολική ανάπτυξη των παιδιών.

Ελλάδα: Ανάμεσα στην αυξημένη ανησυχία και την ενεργή παρέμβαση

Η ελληνική εικόνα παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Από τη μία πλευρά, οι γονείς εμφανίζονται περισσότερο ανήσυχοι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για τις επιπτώσεις των οθονών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στους εφήβους. Από την άλλη, δηλώνουν ότι υιοθετούν συχνότερα πρακτικές πρόληψης και επικοινωνίας με τα παιδιά τους.

Τα στοιχεία της έρευνας, που βασίζονται σε 500 συνεντεύξεις γονέων και αντίστοιχο δείγμα εφήβων, σκιαγραφούν μια χώρα όπου η ανησυχία είναι έντονη, αλλά η πραγματική έκταση του προβλήματος ενδέχεται να παραμένει εν μέρει αόρατη.

Οι γονείς βλέπουν μεγαλύτερο κίνδυνο

Οι Έλληνες γονείς καταγράφουν από τις πιο αρνητικές στάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στις οθόνες. Το 66% θεωρεί ότι η χρήση τους επηρεάζει αρνητικά τους νέους, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 27 κρατών – μελών (51% ευρωπαϊκός μέσος όρος). Στον αντίποδα, μόλις το 6% των γονέων στην Ελλάδα εκτιμά ότι η χρήση των οθονών έχει θετική επίδραση στα παιδιά του (17% ευρωπαϊκός μέσος όρος). Ένα σημαντικό ποσοστό 28% τοποθετείται ουδέτερα – ούτε θετικά ούτε αρνητικά – για την επιρροή της χρήσης των οθονών.

Αντίστοιχα, το 45% εκτιμά ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιβαρύνουν την ψυχική υγεία των παιδιών, έναντι 36% στην ΕΕ. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον παρουσιάζει και το σχετικά υψηλό ποσοστό των γονέων (44%) που εκφράζουν ουδετερότητα και  ουσιαστικά αδυνατούν να εκτιμήσουν εάν υπάρχουν συνέπειες – θετικές ή αρνητικές – στα παιδιά τους από την χρήση των οθονών.

Όχι τόσο ο χρόνος, όσο οι συνέπειες

Παρά την αυξημένη ανησυχία, οι Έλληνες γονείς εμφανίζονται λιγότερο πιθανό να θεωρούν ότι τα παιδιά τους περνούν υπερβολικό χρόνο μπροστά στις οθόνες.

Μόλις το 35% πιστεύει ότι ο συνολικός χρόνος χρήσης είναι “πάρα πολύς”, έναντι 44% στην ΕΕ, ενώ για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 25%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει το 39%.

Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η ελληνική ανησυχία εστιάζει περισσότερο στις επιπτώσεις της χρήσης παρά στη διάρκειά της.

Έντονη ανησυχία για τους διαδικτυακούς κινδύνους

Οι βασικές ανησυχίες των Ελλήνων γονέων ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με εκείνες των Ευρωπαίων. Το 71% φοβάται την επαφή των παιδιών με αγνώστους στο διαδίκτυο, ενώ αντίστοιχο ποσοστό ανησυχεί για την έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο.

Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς εκφράζουν ανησυχία για τον ύπνο (54%) και τις σχολικές επιδόσεις των παιδιών (54%), ποσοστά που βρίσκονται πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Περισσότερα συμπτώματα, σύμφωνα με τους γονείς

Σε αρκετούς δείκτες οι Έλληνες γονείς αναφέρουν υψηλότερα ποσοστά παρατηρούμενων συμπτωμάτων σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 32% αναφέρει δυσκολίες συγκέντρωσης, ενώ αυξημένα (27%) εμφανίζονται και τα μυοσκελετικά ενοχλήματα, όπως πόνοι στον αυχένα, την πλάτη ή τους καρπούς. Σε ποσοστό 19% αναφέρεται η μείωση της υγιεινής διατροφής (π.χ. παράλειψη γευμάτων ή λήψη ανθυγιεινής τροφής) και αντίστοιχα 17% στην υπερβολική κούραση.

Αναφορικά με τα αρνητικά συμπτώματα ψυχικής υγείας ως αυτά αναδύονται λόγω της χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης, περισσότεροι από τους μισούς (52%) θεωρούν ότι τα παιδιά τους συγκρίνουν τον εαυτό τους με άλλους, ένα εύρημα που συνδέεται άμεσα με ζητήματα αυτοεκτίμησης και ψυχικής ευεξίας

Πιο ενεργή στάση στην πρόληψη

Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι Έλληνες γονείς εφαρμόζουν πιο ενεργητικές στρατηγικές προστασίας. Πάνω από τους μισούς (52%) ενθαρρύνουν τα παιδιά να κάνουν διαλείμματα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι μισοί (50%) επιβάλλουν χρονικά όρια στη χρήση του διαδικτύου και σχεδόν οι μισοί (49%) συζητούν συχνά μαζί τους για όσα συμβαίνουν στον ψηφιακό κόσμο.

Εντυπωσιακά υψηλότερο είναι και το ποσοστό των Ελλήνων γονέων (25%) που έχουν αναζητήσει ή θα ήταν θετικοί προσκείμενοι στο να αναζητούσαν επαγγελματική υποστήριξη, σχεδόν τριπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (9%).

Λιγότερες αναφορές αρνητικών εμπειριών, αλλά όχι απαραίτητα λιγότερα περιστατικά

Ένα από τα πιο παράδοξα ευρήματα αφορά τις αρνητικές διαδικτυακές εμπειρίες. Μόλις το 22% των Ελλήνων γονέων δηλώνει ότι γνωρίζει πως το παιδί του έχει βιώσει κάποιο αρνητικό περιστατικό στο διαδίκτυο, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 55%.

Η διαφορά αυτή δύσκολα ερμηνεύεται ως πραγματικά χαμηλότερη έκθεση και πιθανόν αντανακλά ένα έλλειμμα επικοινωνίας ή απροθυμία των εφήβων να μοιραστούν τέτοιες εμπειρίες με τους γονείς τους. Πρότυπο που έρχεται σε αντίθεση με την ειλικρίνεια που εμφανίζεται σε χώρες όπως η Μάλτα και η Δανία.

Προτεραιότητα η εκπαίδευση και η εφαρμογή των κανόνων

Στο “καυτό“ ερώτημα για τις λύσεις που θα πρέπει να εφαρμοστούν με γνώμονα την προστασία των εφήβων, οι Έλληνες γονείς τοποθετούνται ως πρός; μια σφαιρική αντιμετώπιση του ζητήματος. Περισσότεροι από τους μισούς (52%) υποστηρίζουν αυστηρότερα ηλιακά όρια ή περιορισμούς πρόσβασης, ενώ οι μισοί (50%) ζητούν ζητούν αυστηρότερη εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων από τις ψηφιακές πλατφόρμες.

Παράλληλα, το 49% θεωρεί ότι τα σχολεία πρέπει να ενισχύσουν την εκπαίδευση των παιδιών γύρω από την ασφαλή και υπεύθυνη χρήση του διαδικτύου, ενώ αντίστοιχα ζητούν το 39% πιο στοχευμένες καμπάνιες ενημέρωσης για τους νέους, το 36% περισσότερες πληροφορίες για τους γονείς ενώ 19% καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης ψυχικής υγείας.

Εν κατακλείδι

Συνολικά, η ελληνική εικόνα δείχνει ότι η επίγνωση του προβλήματος είναι υψηλή. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η ανησυχία, αλλά η έγκαιρη αναγνώριση των πραγματικών εμπειριών των εφήβων και η μετατροπή της ανησυχίας σε αποτελεσματικές πολιτικές πρόληψης και ψηφιακής παιδείας.

Παγκόσμια τάση: Η συζήτηση για τα social media των ανηλίκων γίνεται πολιτική προτεραιότητα

Τα ευρήματα της ευρωπαϊκής έρευνας δεν αποτελούν μεμονωμένο φαινόμενο. Αντίθετα, εντάσσονται σε μια διεθνή στροφή, καθώς ολοένα περισσότερες κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί επανεξετάζουν το πλαίσιο προστασίας των ανηλίκων στον ψηφιακό κόσμο.

Από τις προειδοποιήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας μέχρι τις νομοθετικές παρεμβάσεις στην Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η σχέση των εφήβων με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα δημόσιας υγείας και ψηφιακής πολιτικής.

ΠΟΥ: Η ψυχική υγεία των εφήβων στο επίκεντρο

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι ένας στους επτά νέους ηλικίας 10 έως 19 ετών παγκοσμίως αντιμετωπίζει κάποια ψυχική διαταραχή, με την ψυχική υγεία να αντιστοιχεί πλέον στο 15% της συνολικής επιβάρυνσης νοσηρότητας αυτής της ηλικιακής ομάδας.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή μελέτη HBSC (Health Behaviour in Schoolaged Children) 2022, που κάλυψε σχεδόν 280.000 μαθητές σε 44 χώρες, κατέγραψε σημαντική αύξηση της προβληματικής χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: από 7% το 2018 σε 11% το 2022. Τα υψηλότερα ποσοστά εμφανίζονται στα κορίτσια (13%, έναντι 9% στα αγόρια), ενώ το 12% των εφήβων παρουσιάζει ενδείξεις προβληματικής ενασχόλησης με το gaming.

ΗΠΑ: Η οθόνη στο επίκεντρο της συζήτησης για την ψυχική υγεία

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα στοιχεία του CDC (Centers for Disease Control and Prevention) δείχνουν ότι περισσότεροι από τους μισούς εφήβους (50,4%) ηλικίας 12-17 ετών περνούν πάνω από τέσσερις ώρες ημερησίως μπροστά σε οθόνες, χωρίς να υπολογίζεται ο χρόνος που αφιερώνεται στο σχολείο.

Η δημόσια συζήτηση εντάθηκε μετά την παρέμβαση του τότε Surgeon General, Dr. Vivek Murthy, ο οποίος χαρακτήρισε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έναν από τους βασικούς παράγοντες της κρίσης ψυχικής υγείας των νέων.

Σημαντική απήχηση είχε και το βιβλίο του κοινωνικού ψυχολόγου Jonathan Haidt, The Anxious Generation (2024), το οποίο συνέβαλε στην αναζωπύρωση της συζήτησης για τον ρόλο των smartphones στην εφηβική ανάπτυξη.

Αυστραλία: Η πρώτη χώρα που πέρασε στην απαγόρευση

Η πιο δραστική μέχρι σήμερα παρέμβαση προήλθε από την Αυστραλία, η οποία έγινε η πρώτη χώρα παγκοσμίως που απαγόρευσε σε παιδιά κάτω των 16 ετών τη πρόσβαση στις μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (Youtube, Instagram, TikTok, Snapchot, Facebook, X, Reddit, Twitch, Threads, Kick).

Η νομοθεσία, που εφαρμόζεται από τον Δεκέμβριο του 2025, προβλέπει ιδιαίτερα αυστηρά πρόστιμα (έως 50 εκ. αυστραλιανά δολάρια) για τις εταιρείες που δεν συμμορφώνονται. Παρότι η πρωτοβουλία συγκέντρωσε αρχικά ευρεία κοινωνική υποστήριξη (77%), ειδικοί (επιστήμονες, οργανώσεις για τα δικαιώματα του παιδιού) προειδοποιούν ότι τα ηλικιακά όρια μπορούν εύκολα να παρακαμφθούν μέσω τεχνικών όπως τα VPN, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος μετακίνησης των εφήβων σε λιγότερο ελεγχόμενες ψηφιακές πλατφόρμες.

Ηνωμένο Βασίλειο: Στο επίκεντρο ο σχεδιασμός των πλατφορμών

Ανάλογη κατεύθυνση ακολουθεί και το Ηνωμένο Βασίλειο. Τον Ιούνιο του 2026 η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ ανακοίνωσε ότι εξετάζει την απαγόρευση λογαριασμών κοινωνικής δικτύωσης για ανηλίκους κάτω των 16 ετών (Youtube, Instagram, TikTok, Snapchat, Facebook, X).

Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα επισημαίνει ότι οι ηλικιακοί περιορισμοί από μόνοι τους δεν αρκούν αν δεν συνοδευτούν από ρύθμιση σχεδιαστικών χαρακτηριστικών. Υπό το πρίσμα τούτο η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον και στον ίδιο τον σχεδιασμό των πλατφορμών, με στόχο τον περιορισμό λειτουργιών όπως η ατελείωτη κύλιση (infinite scroll), οι αλγόριθμοι προτάσεων και οι συνεχείς ειδοποιήσεις, που ενισχύουν τη διαρκή παραμονή των χρηστών στο διαδίκτυο.

Η Ευρώπη αναζητά κοινή απάντηση

Αρκετά κράτη-μέλη κινούνται προς αυστηρότερη ρύθμιση. Η Γαλλία έχει ήδη θεσπίσει όριο ηλικίας στα 15 έτη για τη δημιουργία λογαριασμών χωρίς γονική συναίνεση, ενώ η Ιταλία, η Ισπανία και η Γερμανία εξετάζουν αντίστοιχες παρεμβάσεις.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA) αποτελεί ήδη το βασικό ρυθμιστικό εργαλείο για την προστασία των ανηλίκων, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναπτύσσει κοινό σύστημα επαλήθευσης ηλικίας, με στόχο την ενιαία εφαρμογή κανόνων σε όλα τα κράτη-μέλη.

Συμπερασματικά

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η συζήτηση έχει πλέον μετατοπιστεί από το αν υπάρχουν κίνδυνοι στο πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο ο περιορισμός της πρόσβασης των ανηλίκων, αλλά και ο επανασχεδιασμός του ίδιου του ψηφιακού περιβάλλοντος, ώστε να γίνει ασφαλέστερο για τα παιδιά και τους εφήβους.

Στρατηγικές προστασίας: Εκεί όπου συμφωνούν και διαφωνούν γονείς και έφηβοι

Η έρευνα δείχνει ότι, παρά τις διαφορετικές αντιλήψεις τους για τις επιπτώσεις των οθονών, γονείς και έφηβοι συγκλίνουν σε ορισμένες βασικές προτεραιότητες προστασίας.

Σε επίπεδο ΕΕ, το κυρίαρχο εργαλείο των γονέων παραμένει η επικοινωνία: σχεδόν οι μισοί (47%) δηλώνουν ότι συζητούν προληπτικά με τα παιδιά τους για την ασφαλή χρήση του διαδικτύου, ενώ το ποσοστό αυξάνεται στο 63% όταν έχει προηγηθεί κάποια αρνητική εμπειρία. Ακολουθούν ο καθορισμός χρονικών ορίων στη χρήση (41%), η ενθάρρυνση για τακτικά διαλείμματα από τις οθόνες (40%) και η αξιοποίηση εργαλείων γονικού ελέγχου (33%). Αντίθετα, η αναζήτηση επαγγελματικής ψυχολογικής υποστήριξης εξακολουθεί να αποτελεί την εξαίρεση, καθώς επιλέγεται μόλις από το 9% των γονέων στην ΕΕ, με την Ελλάδα να καταγράφει αισθητά υψηλότερο ποσοστό (25%).

Σε ό,τι αφορά τις δημόσιες πολιτικές, οι δύο γενιές εμφανίζουν αξιοσημείωτη σύγκλιση στο βασικό αίτημα προς τις ψηφιακές πλατφόρμες: σχεδόν οι μισοί γονείς (47%) και οι μισοί έφηβοι (48%) ζητούν αυστηρότερη εφαρμογή των ήδη υφιστάμενων κανόνων για την προστασία των ανηλίκων.

Ωστόσο, οι προτεραιότητες διαφοροποιούνται όταν η συζήτηση στρέφεται στην ψυχική υγεία. Οι έφηβοι αναδεικνύουν ως ιδιαίτερα σημαντική την ευκολότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας (42%), ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των γονέων (26%), γεγονός που υποδηλώνει ότι οι ίδιοι οι νέοι αναγνωρίζουν περισσότερο την ανάγκη υποστήριξης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ζήτημα της εμπιστοσύνης προς τις ίδιες τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Τόσο οι γονείς όσο και οι έφηβοι τις αξιολογούν ως τον λιγότερο αποτελεσματικό φορέα προστασίας των ανηλίκων. Μόλις το 37% των γονέων και το 52% των εφήβων θεωρούν ότι οι πλατφόρμες κάνουν όσα χρειάζονται για την ασφάλεια των παιδιών. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη απόκλιση αντιλήψεων που καταγράφει η έρευνα, αναδεικνύοντας ένα κοινό αίτημα για μεγαλύτερη λογοδοσία των ψηφιακών υπηρεσιών, αλλά και μια σαφώς εντονότερη δυσπιστία των γονέων απέναντι στην αποτελεσματικότητά τους.

Από την καταγραφή του προβλήματος στις πολιτικές λύσεις

Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα ευρωπαϊκή έρευνα για τη σχέση των εφήβων με τις οθόνες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσφέρει κάτι περισσότερο από μια στατιστική αποτύπωση της πραγματικότητας. Αναδεικνύει με σαφήνεια ότι η υπερβολική ψηφιακή έκθεση δεν αποτελεί πλέον μεμονωμένη συμπεριφορά, αλλάένα διαδεδομένο κοινωνικό φαινόμενο με μετρήσιμες συνέπειες στην ψυχική και σωματική υγεία των νέων. Όσο αυξάνεται ο χρόνος που αφιερώνεται στις οθόνες – και ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – τόσο εντονότερα εμφανίζονται προβλήματα όπως οι διαταραχές ύπνου, η δυσκολία συγκέντρωσης, η ψυχική επιβάρυνση και η έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο.

Την ίδια στιγμή, η έρευνα υπενθυμίζει ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από μια απλή αντιπαράθεση υπέρ ή κατά των κοινωνικών δικτύων. Για εκατομμύρια εφήβους οι ψηφιακές πλατφόρμες αποτελούν χώρο επικοινωνίας, δημιουργικότητας, ενημέρωσης και κοινωνικής συμμετοχής. Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι η απομάκρυνση των νέων από την ψηφιακή ζωή, αλλά η δημιουργία ενός ασφαλέστερου και υγιέστερου ψηφιακού περιβάλλοντος. Οι διεθνείς εμπειρίες δείχνουν ότι οι απαγορεύσεις και τα ηλικιακά όρια, όσο σημαντικά κι αν είναι, δύσκολα αποδίδουν όταν δεν συνοδεύονται από ουσιαστική λογοδοσία των πλατφορμών, αποτελεσματική εποπτεία, ψηφιακό εγγραμματισμό και ενίσχυση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Για την Ελλάδα, τα ευρήματα προσφέρουν μια ενδιαφέρουσα αφετηρία. Οι Έλληνες γονείς εμφανίζονται από τους πιο ευαισθητοποιημένους στην Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στους κινδύνους του ψηφιακού κόσμου και δηλώνουν μεγαλύτερη διάθεση να θέσουν όρια και να στηρίξουν τα παιδιά τους. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι η ανησυχία αυτή να μεταφραστεί σε ουσιαστικό διάλογο, ενημέρωση και κοινή διαχείριση των προκλήσεων, ώστε η σχέση των νέων με την τεχνολογία να βασίζεται στην εμπιστοσύνη και όχι στην αντιπαράθεση.

Καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει τις επόμενες παρεμβάσεις για την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο, τα ευρήματα του Ευροβαρόμετρου αποτελούν ένα ισχυρό επιστημονικό σημείο αναφοράς. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν απαιτείται δράση, αλλά πόσο γρήγορα οι πολιτικές θα προσαρμοστούν σε μια ψηφιακή πραγματικότητα που αλλάζει ταχύτερα από τις κοινωνίες και τους θεσμούς που καλούνται να τη ρυθμίσουν.

Το άρθρο βασίστηκε σε τεκμήρια από: Flash Eurobarometer 579 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή), Flash Eurobarometer 579 / Country Fact Sheet – Greece, WHO / Europe HBSC 2024,  CDC NHIS – Teen, The Brussels Times, The European Magazine, eSafety Commissioner Australia, Jonathan Haidt – The Anxious Generation

After Dark News 728 150

Σχετικά άρθρα

Δημοσίευση από:Newsroom
Αυγ. 8, 2026
Aνάγνωση σε
19
λ.
Γυναίκες Στον Αθλητισμό: Η Αθέατη Πίστα Των Ανισοτήτων Που Τις Κρατά Μακριά Από Τις Ίσες Ευκαιρίες

Από τα 75 χρόνια απουσίας στη Formula 1 μέχρι το μισθολογικό χάσμα, η διαδρομή προς την κορυφή παραμένει ένας αγώνας γεμάτος εμπόδια

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούλ. 24, 2026
Aνάγνωση σε
17
λ.
Ο Νέος Καταναλωτής Του 2026: Οι 4 Τάσεις Που Αλλάζουν Το Εμπόριο Και Τα Brands

Πώς η AI, το wellness, οι εμπειρίες και η νέα αξία αλλάζουν τις αγοραστικές αποφάσεις

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούλ. 13, 2026
Aνάγνωση σε
2
λ.
Το Μυστικό Του Steve Jobs Που Πούλησε Εκατομμύρια Iphone: Η Τέχνη Της Αναπλαισίωσης

Πώς ο ιδρυτής της Apple άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε και πώς μπορείτε να εφαρμόσετε τη στρατηγική του για να μετατρέψετε το προϊόν σας στη μόνη επιλογή του πελάτη

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούλ. 12, 2026
Aνάγνωση σε
16
λ.
Μια Πόλη, Δύο Πραγματικότητες: Γιατί Ο Δημόσιος Χώρος Αποκλείει Τις Γυναίκες

Πώς ο φόβος και οι κοινωνικές επιβολές μετατρέπουν την καθημερινή μετακίνηση σε μια διαρκή διαπραγμάτευση ασφάλειας

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούν. 21, 2026
Aνάγνωση σε
22
λ.
El Niño 2026 - 2027: Η Πρόγνωση Μιας Παγκόσμιας Δοκιμασίας

Κλιματικοί κίνδυνοι, επισιτιστικές πιέσεις και ανθρωπιστικές προκλήσεις στο επίκεντρο των σεναρίων ενός εν δυνάμει ιστορικού φαινομένου

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούν. 13, 2026
Aνάγνωση σε
16
λ.
Βιοοικονομία: Το Επόμενο Γεωοικονομικό Μέτωπο της Ευρώπης

Η Κομισιόν επιστρατεύει κεφάλαια, καινοτομία και συμμαχίες για να μετατρέψει τη βιωσιμότητα σε αναπτυξιακό και στρατηγικό πλεονέκτημα.

Δημοσίευση από:Newsroom
Ιούν. 9, 2026
Aνάγνωση σε
22
λ.
Τα Δάση του Πλανήτη σε Κρίση: Ο ΟΗΕ Προειδοποιεί Ότι Το Παράθυρο Ευκαιρίας Για Δράση Στενεύει Επικίνδυνα

Τέσσερα χρόνια πριν το 2030, η πρόοδος παραμένει ανεπαρκής, το χρηματοδοτικό κενό τεράστιο και η κλιματική κρίση εντείνει τις πιέσεις στα δασικά οικοσυστήματα

Δημοσίευση από:Newsroom
Μάι. 26, 2026
Aνάγνωση σε
15
λ.
AI Agents, Ρομπότ Και Άνθρωποι: Πώς Η Τεχνητή Νοημοσύνη Αναδιαμορφώνει Την Εργασία Και Τις Δεξιότητες Στην Ευρώπη

Η εποχή της αυτοματοποίησης επαναπροσδιορίζει ρόλους, διαδικασίες και παραγωγικά μοντέλα στην ευρωπαϊκή οικονομία

Δημοσίευση από:Newsroom
Μάι. 22, 2026
Aνάγνωση σε
14
λ.
Στέγη Υπό Πίεση: Η Διεθνής Κρίση Κατοικίας Και Το Σήμα Κινδύνου Των Ηνωμένων Εθνών Για Το Μέλλον των Πόλεων

3,4 δισ. άνθρωποι στερούνται αξιοπρεπούς κατοικίας - Το αδιέξοδο και η ελληνική πραγματικότητα

After Dark News 970 250